Το κεφάλι, φυσικά, είχε περιπέσει σε ανάγκη επισκευής Εάν όχι σε ανυποληψία..! (Τζέιμς Μέριλ)

Μέδουσα

Το κεφάλι, φυσικά, είχε περιπέσει σε ανάγκη επισκευής
Εάν όχι σε ανυποληψία. Οι γενναιόδωρες μέρες
Όπου το κενό μαρμάρινο βλέμμα
Ήταν τυφλό από μόνο του, δεν χρειάζονταν βρύα
Να χαλάσουν την τυφλότητά του,
Εκπληκτικά τυφλό, οι υπέροχες μέρες είναι σπάνια
Ελικοειδή στο αφτί
Του χρόνου. Το στόμα-πηγή
Ασπρίζει με κουτσουλιές. Τα πουλιά που σφύριζαν
στο χείλος της λεκάνης είναι νότια, ή έκαναν κύκλους
Χαριτωμένα εκεί που άφριζε το λευκό νερό.

Κεφάλι στεφανωμένο φίδια με ανεστραμμένους βολβούς,
Το δαιμόνιο του καλοκαιριού μας έχει γίνει
Το μνημείο του, ο τάφος του.
Αδρανούμε εδώ κάτω από το τεράστιο ξόρκι του
Όπου φτέρες, με κίτρινα δόντια, αφηγούνται
Πώς κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού οι προχειροφτιαγμένοι καταρράκτες,
τα πουλιά και τα τραγούδια τους ήταν ψεύτικα
Αφού ήταν φθαρτά.
Εκείνο το πρόσωπο, τώρα μόνο μια μάσκα με ξερά χείλη, άφωνη
Τίποτα πια για πόδια που πετούν και καθρέφτη που κοιτάζει-
Σε τίνος το όνειρο κουρδίζονται τα απαράμιλλα ρολόγια του;

Πουλιά λερώνουν ένα τυφλό μάτι, έτσι ονειρευόμαστε.
Το πρόσωπο σαν κεφαλή θεού σ’ αυτόν τον κόσμο της λογικής
Υπήρξε ένας ισχυρός φακός
Κρυστάλλινος κάποτε, η τελειότητα στο στόχαστρό του.
Τώρα όμως φύλλα τρίβουν και χοροπηδούν
Από άκρη σ’ άκρη στην αυτοκρατορία που ξεφλουδίζει, φαίνεται
Πως τίποτα δεν είναι το ίδιο’
Μπορεί να εξετάζουμε
Τα σκουπίδια στη ζωή μας, στα πάντα’
Κι αυτήν την στιγμή η λέξη Λήθη
Μας στρέφει τον έναν στον άλλο, σαν να μας πετρώνει.

Οι ζωές μας, ναι, όμως άδειες από τον βίο μας!
Οι εκτυφλωτικές μέρες δεν έχουν αφήσει πρόχειρο φως
Ή την σκιά του φωτός στο έδαφος
Όπου, χέρι χέρι, σκληραίνουμε, ασπρίζουμε, γινόμαστε
Σιωπηλοί και ξεροί εντός,
Συγχυσμένοι που δεν υπάρχει η καμπύλη του ουράνιου τόξου,
Καμία ζωντάνια, καμία τρυφερότητα,
Ούτε καν το ευχάριστο ανάβρυσμα
Που κάνει το πρόσωπο να λάμψει, εάν έχουν σημασία τέτοια μικροπράγματα
Εφόσον όλα είναι πέτρα –δηλαδή, τα πάντα εκτός από το ηχηρό, ράθυμο στέμμα
Των φιδιών, το στόμα που ανοίγει, μιλάει,

Τα μάτια που οι χωρίς επιστροφή ήλιοι τους ατενίζουν
Προς την καθαρή διανόηση, μέχρι που αυτό θαμπώνει …
Ω τρελαμένος από τέτοια όνειρα,
Τέτοια χαρακτηριστικά να γυρίζουν στο κεφάλι του σαν μάτια,
Απόψε ίσως κάποιος από εμάς
Να δρασκελίσει έξω στο πιο κρύο, ολοστρόγγυλο φεγγάρι
Και να ξεγυμνώσει το όνειρό του
Σε έναν φτηνό φιδίσιο φόβο
Που αντανακλάται για πάρα πολύ καιρό σε ένα ευγενές κάτοπτρο
Όλο πόθο και κελάηδισμα, παιχνίδια με νερό και δόλο
Και να υψώσει το τρεμάμενο σπαθί του, και να σκεφτεί να σκοτώσει.

(Τζέιμς Μέριλ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου