Λάσπη χρυσαφιά ηλιοψημένη... (Ωδή έβδομη)... Κυριάκος Κάππα.

-Εύγε το εύγε συγχαίρω όλους όσους κατάφεραν 
να συναντήσουν τον Θεό. Όπως κι αν 
τον ονομάτισαν, κι όπου κι αν τον συνάντησαν. 
Σαν νερό που ανάβλυσε από μια ραβδιά ενός γέροντα 
σε ένα βράχο, κι έγινε βροχή που γέμισε στέρνες όφκιερες, 
για να πιουν και να ξεδιψάσουν όλα της γης τα πλάσματα. 
Και μετά τρέχοντας μέσα στις κοίτες των ποταμιών, 
δρόσισε όλα τα βοτάνια, τους θάμνους, τις γέρικες μουριές 
και κάθε λογής χορτάρι που ήταν φυτρωμένο στις όχθες του. 

Στο τέλος ξεχύθηκε σε λίμνες, θάλασσες κι ωκεανούς, 
να γίνει δρόμος για καΐκια, βάρκες και βαπόρια, και να θρέψει 
όλα τα ζωντανά που ζουν εκεί μέσα. Σαν λόγια που άκουσαν 
χωρίς να βλέπουν ποιος τα’ λεγε, ένα ζεστό καλοκαιριάτικο 
μεσημέρι, καθώς όργωναν κάτω από τον πυρωμένο ήλιο 
μουσκίδι στον αλμυρό ίδρωτα, ένα άγονο κομμάτι γης. 

Σαν φωτιά που έπεσε από τον ουρανό πάνω τους, 
μα δεν τους έκαψε. Γέμισε μονάχα ζέστα την ψυχή τους, 
και φώτισε το νου και το πρόσωπό τους. Σαν πληγές 
από καρφιά σε Κάποιου τα χέρια και τα πόδια, που θέλησαν 
να τις αγγίξουν. Εύγε και σ’ αυτούς που τον συνάντησαν 
στ’ αρώματα του θυμαριού, του δυόσμου, της λεβάντας 
και του νυχτολούλουδου. Στο τραγούδι του σπίνου. 

Στην εργατικότητα της μέλισσας και του μυρμηγκιού. 
Στον περήφανο καλπασμό μιας λευκής φοράδας. 
Στα μάτια του ελαφιού και της πέρδικας. 
Στην αθωότητα ενός αρνιού κι μιας περιστέρας. 
Στο φως του ήλιου και των άστρων. Στα χρώματα 
της βιολέτας, της τουλίπας και της πασχαλιάς. Στην σκιά 
ενός γέρικου πλατανιού. 

Στις ντανιασμένες θημωνιές από στάχια. 
Στην ζωή που οδηγεί ο θάνατος. Αλλά και στην ζωή 
που τελειώνει με τον θάνατο, σαν κερί που έκαψε 
σ’ ολόκληρη την ακολουθία του ακάθιστου ύμνου, 
κι έσβησε αφού είχε λειώσει πια, όταν οι πιστοί πιάσανε 
να ψάλουν το Τη Υπερμάχω.

...................Ωδή όγδοη..........................

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου