Λάσπη χρυσαφιά ηλιοψημένη. (Ωδή ένατη)... Κυριάκος Κάππα.

-Και να τώρα μονάχος μου σε βράχο ερημικό κάθομαι επάνω. 
Πολλά είπα απ’ όσα μέσα μου βάσταζα, μα ακόμα ποιο πολλά 
κάπου καλά κρυμμένα τα κρατώ. Μάλλον δεν ήρθε η ώρα 
ακόμη εκείνη, κάποια φωνή απόκοσμη να μου φωνάξει 
όλα να τα ‘ξομολογηθώ. Μα και που τα κρύβω τι ωφελούμαι; 
Αφού εγώ όλα τα κρίματά μου ας είναι και τις προκοπές 
μαζί γνωρίζω. Τι νόημα Άραγε και τι αξία έχει, οι άλλοι 
αν δεν τα ξέρουν; Για τα κακά που έπραξα όσο δυνατά 
στους άλλους και να τα φωνάξω, το κρίμα στον λαιμό μου 
θα ‘ναι πάντα κρεμασμένο.

- Καθώς στην άψυχη την πέτρα επάνω κάθομαι, τα κουρασμένα 
πόδια μου μέσα στης θάλασσας το δροσερό νερό αφήνω, 
πάνω στα χρωματιστά τ’ αμέτρητα να πατούν τα βότσαλα. 
Απέναντι στου μπλε το βάθος, καΐκι σεργιανώ που 
μόλις έλυσε και βιαστικά αμολά, τα δίχτυα του να πάει 
να μαζέψει. Και δίπλα κι άλλο ένα, κι άλλο ένα. 
Κι όλα μαζί παρέα με τα γλαροπούλια, και στον ρυθμό του 
μπάλου που όμορφα αντηχεί μέσα από ραδιόφωνο παλιό, 
χορεύοντας στην συμμετρία πάνω των κυμάτων που 
προσπαθούν επίμονα με τον γιαλό να ανταμώσουν, κι ας είναι 
κόντρα ο καιρός, παράσταση νυχτερινή ετοιμάζονται 
να δώσουν, δίχως αυλαία, ταξιθέτες, θεατές.

-Το βλέμμα μου σαν στρέφω προς την άλλη την πλευρά,
με μια κυρά που άσπρο και μακρύ χιτώνα είναι ντυμένη 
ανταμώνω. Στο χέρι της το ένα όργανο από έβενο κρατεί, 
που επάνω του συρμάτινες χορδές καλά πολύ φέρει 
κουρντισμένες. Με το άλλο χέρι ένα δοξάρι ανεβοκατεβάζει 
ανάμεσα στα μέτρα, που ο τρανός ο Πυθαγόρας πρώτος 
όρισε. Κι ακούστηκε ένας ήχος σε τραγούδι, σαν χάδι 
ερωτευμένης κορασίδας στον καλό της απαλό. 
Σαν λόγια μάνας στο νανούρισμα του πρώτου της παιδιού, 
ανάλαφρο και τρυφερό. Σαν συμβουλή πατέρα στον 
πρωτότοκο τον γιο, σε γάμο που κινεί την κόρη 
της καρδιάς του να ζητήσει, σοφό μεστό και σοβαρό. 
Και σαν ερωτευμένου ζευγαριού το πρώτο το φιλί, που 
ροδόσταμο μοσχοβολά και σαν το νέκταρ των Θεών είναι γλυκό.

-Μαρμαρωμένος την κοιτώ, και προσπαθώ να ξεχωρίσω 
το χρώμα των ματιών της. Μα δεν τα καταφέρνω δεν μπορώ. 
Πάνω στα χείλη το χαμόγελό της λάμπει τόσο, του κόσμου 
όλα τα διαμάντια συναγμένα σ’ ένα γέλιο. Κι αυτό είναι που 
την θέα των ματιών της μου στερεί. Ποια είσαι εσύ κόρη 
περήφανη, ρωτώ. Εσύ που κάποιας άγνωστης νεράιδας 
ομορφιά, κι αγέρωχη κορμοστασιά στην όψη έχεις. 
Η μήπως μια από τις ενιά της Μνημοσύνης και του Κρόνου 
κόρη που της λέγαν μούσες είσαι, γι αυτό και τόσο ξέχωρα 
μαγευτικά τραγούδι αντηχείς. Εκείνη αντί γι απάντηση, 
σαν το μικρό παιδί αθώα μου γελά. Κι αφού ξάφνου 
σαν της Εκάτης έκφραση αυστηρή δύετε και σοβαρεύει, 
μου απαντά. Ζωή είναι το όνομά μου. Κι εσύ χρόνια τώρα 
πολλά μ’ αναθεμάτιζες. Όπως αυτή την ώρα με θωρείς, 
καλή κακή άσχημη η ωραία, παντοτινά ίδια μορφή είχα. 
Μα εσύ δεν θέλησες ποτέ ό-μορφη να με δεις. Όπως ποτέ 
δεν θέλησες δικιά σου να με κάνεις. Γι αυτό λοιπόν, 
το φταίξιμο μην ψάχνεις σε μένα πάνω να το βρεις. 
Εσύ ήσουνα που πάντα διά-λεγες, με ποια πλευρά ήταν 
καλύτερα να πορευτείς. Και να τώρα εγώ κι εσύ αντάμα 
ο ένας έναντι στον άλλον. Να που ήρθε η ώρα μοναχά 
αλήθεια πια να πούμε μεταξύ μας. Να δεις τώρα αν διάλεξες, 
στην όχθη την σωστή όλα τα χρόνια που έζησες να περπατάς. 
Σ’ αφήνω να σκεφτείς καλά για όλα αυτά, και γρήγορα 
ν’ αποφασίσεις αν αυτό που χρόνια έκανες ήτανε το σωστό. 
Καθώς επίσης από εδώ κι εξής, πως θες και με ποιον 
να πορευτείς. Μονάχα βιάσου, γιατί τα’ όνειρο τούτο δεν 
βαστά πολύ. Κι εγώ από την φύση είμαι φτιαγμένη, 
γρήγορα πάντα πολύ να τρέχω.

..........Ωδή δέκατη............

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου