Λάσπη χρυσαφιά ηλιοψημένη.(Ωδή Πέμπτη)... Κυριάκος Κάππα.

-Στάλα την στάλα και θρόμβο τον θρόμβο, μετρώ 
τον ιδρώτα τον καυτό που ανακατεμένος με αίμα 
που άχνιζε, σκόνη και βρωμιά, έτρεχε χωρίς λύπηση 
στα πρό-σωπα, στα μάτια και στα χείλη όλων αυτών 
που γυμνοί με τα χέρια σκάβανε την γη, και ψάχνανε 
να βρουν που ήταν θαμμένες οι ελπίδες, τα όνειρα, οι χαρές 
και οι προσδοκίες τους. Κάποιος ασχημομούρης που ‘μοιαζε 
με δαίμονα και του ‘λειπε το ένα μάτι, τους έδερνε με ένα 
βούρδουλα που κράταγε στο χέρι, μ’ όλη του τη δύναμη. 

Και καθώς το καμουτσίκι τους έσκιζε τις σάρκες αυτός φώναζε. 
Ποιο γρήγορα σκουλήκια, ποιο γρήγορα και ποιο βαθειά. 
Κλαίω πολύ σαν θυμάμαι μια μάνα που είχε δέρμα αλλιώτικο 
απ’ το δικό μου, μαύρο, νανούριζε με τραγούδι του τόπου της, 
να κοιμηθεί το βρέφος που σφιχτά κρατούσε αγκαλιά, κι ας 
ήταν πεθαμένο ώρα πολύ, και πάνω του χιλιάδες μύγες είχαν 
βρει καταφύγιο. Μετρώ τα δάκρυα αυτού που προσευχήθηκε 
στην Γεσθημανή για να παρακαλέσει τον Πατέρα του. 

Κι εμείς οι άλλοι οι καλοί, οι φίλοι του, αποκοιμηθήκαμε 
παρέα με έναν Ιωάννη, κάποιον Πέτρο, και μ’ άλλον που 
τον έλεγαν Ιάκωβο. με ήσυχη την συνείδηση, κι ας μας είχε 
ικετεύσει εκείνος να παρακαλέσουμε κι εμείς μαζί του. 
Και τις σταγόνες από χολή και ξύδι μετρώ, που του δώσανε 
να πιεί όταν είπε δι-ψώ, καθώς σ’ έναν σταυρό τον κάρφωσαν 
σαν τον χειρότερο, τον Αγνό των αγνών, και Αθώο των αθώων. 

Κι όλοι γελούσαν και χόρευαν. Τραγουδούσαν και λέγανε 
πρόστυχα ανέκδοτα. Τον βρίζανε και τον φτύνανε. Είχαν βρει 
αυτόν που έφταιγε για τα δεινά του έθνους, και ήταν ευκαιρία 
να απαλλαγούν απ’ αυτόν για να ευημερήσει ο λαός. 
Τότε ένας άντρας αναστατωμένος στην όψη, που στον 
λαιμό του είχε περασμένη θηλιά που η τριχιά της ήταν κομμένη 
στην άκρη, και σωθικά μαζί με αίματα κρεμόντουσαν 
από την κοιλιά του τους φώναξε. Εει, όλοι εσείς που ψάχνετε 
να βρείτε τις ελπίδες σας στης γης τα έγκατα. Στα χέρια μου 
τις κρατώ. Όλοι γυρίσανε να δουν ποιος είναι αυτός που 
μιλά. Τότε αυτός τους πέταξε μπροστά τους τριάντα αργύρια 
κι έφυγε αργά αργά, χωρίς να περιμένει να του αποκριθούν.

......................Ωδή έκτη...................

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου