Λάσπη χρυσαφιά ηλιοψημένη.(Ωδή δεύτερη )... Κυριάκος Κάππα.

-Γράμμα το γράμμα συλλογιέμαι κάθε λέξη, κάθε φράση 
που δεν ξεστόμισα γιατί δεν σκέφτηκα, δεν μπόρεσα, δεν 
τόλμησα μα ίσως και δεν θέλησα να αρθρώσω. Λόγια που 
νόημα τέτοιο είχαν που ακούγονταν ανερμήνευτα. Κι αυτό 
μπορεί και να μην άρεζε σ’ όλο το πόπολο που θα τα’ άκουγε. 

Και λοιπόν; Μα εγώ κιότεψα μπροστά στα μάτια που 
ζευγαρωμένα με θωρούσαν με βλέμμα γεμάτο οργή 
και νηστικάδα, και χνώτα που βρωμάγανε ξινισμένο τραχανά, 
κι αρρωστημένο βου-βαλίσιο γάλα. Και σώπασα. Φέρνω 
στον νου μου κάθε τόσο, κουβέντες που γνώριζα και έκρυβαν 
αλήθειες άγνωστες. Δεν τις μοιράστηκα με άλλον άνθρωπο. 

Σκέφτηκα πως έτσι ήταν το σωστό. Κι έτσι έκαμα. Τα 
ευχαριστώ που δεν είπα όχι από αχαριστία. Από ντροπή 
για την δούλεψη που ‘χα ζητήσει. Την συγχώρεση 
που δεν ζήτησα σ’ αυτούς που την εδικαιούντο, όχι για κάποιο 
άδικο φέρσιμό μου, αλλά γιατί άπλυτο τους γύρισα 
τον τσίγκινο σκουριασμένο μαστραπά, που κάποτε μου 
δώσανε νερό να πιω, όταν πολύ διψούσα. 

Τις φιλοφρονήσεις που δεν εξέφρασα σε γυναίκες 
όμορφες που με γοήτευσαν, γιατί σκέφτηκα πως μπορεί 
να γελούσαν περιπαικτικά, με κάποιον που δεν τολμούσε 
να πει πως τις ποθούσε. Και ας μην ήταν αυτό αλήθεια. 

Το μπράβο που δεν είπα σε έναν άγνωστο μελαχρινό άνδρα, 
ίσως τρελό αφού στεκότανε γυμνός μέσα στου κόσμου 
τον συρφετό, για το υπέροχο ζεϊμπέκικο που χόρεψε 
σκαρφαλωμένος σε μια στέγη με κεραμίδια, 
ενός μισογκρεμισμένου αχυρώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου