Αποχαιρετισμός... Κυριάκος Κάππα.

Άνοιξα τα μάτια μου, αλλά ένοιωθα τα βλέφαρα μου βαριά ακόμα. Άπλωσα το χέρι όπως ήμουν ξαπλωμένος, και μάζεψα λίγο την κουρτίνα του παραθύρου, για να δω αν είχε ξημερώσει. ΑχνοφέγγιζεΉδη ακουγόντουσαν πουλιά να τραγουδάνε. Σηκώθηκα με δυσκολία και πλύθηκα. 
Μου αρέσει αυτή η στιγμή  πολύ. Να ρίχνω χούφτες κρύο νερό στα μούτρα μου, μέχρι η συνείδηση να μπορέσει να συμπορευτεί με την πραγματικότητα. 
Μπήκα στην κουζίνα να κάνω καφέ. 
Παρασκευή σήμερα. Το ρολόι στον τοίχο δείχνει έξι και μισή. 
Να πάρει η ευχή αξημέρωτα ξύπνησα πάλι. Μάλλον ξύπνησα από την φασαρία που κάνει η Γεωργία, όταν ετοιμάζεται να φύγει για δουλειά.  Κανάλι κι αυτή μεγάλο.  
Έξι και μισή χτυπά την κάρτα της. βρέξει χιονίσει. 
Κάνει ψύχρα. Έβρεχε τόσες μέρες και κρύωσε η ατμόσφαιρα. 
Ιούνιος και αυτός φέτος. Ακούμπησα τον καφέ στο τραπέζι, και έκατσα στον καναπέ χωρίς να ανοίξω τα παντζούρια. Ήθελα να νοιώσω λίγο συντροφιά μου το μισοσκόταδο. Να μην φανερωθώ ακόμη στην μέρα που ξεκίναγε. 
Μια ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο ήταν βαριά πολύ, και κόντεψα να πνιγώ από τον βήχα. Στο ράδιο παίζει ένα τραγούδι του Περίδη. Μου αρέσει.
Στύψε με σαν το λεμόνι, λιώσε με σαν την ελιά
φούρνισέ με σαν ατσάλι, πέταξε με στα βαθιά
πάρε μου όλο το ταμείο, απ’ την τσέπη τα λεφτά
άρχοντα και καραγκιόζη κουρελή και κουβαρντά

Τι είν’ αυτό που θα με σώσει απ’ το φραγκοκράτορα
ν’ αγοράσω ένα αστέρι ή βαθύ υπόγειο
να μαλώνω εγώ με μένα μες τον ξένο αχυρώνα;

Κούρεψέ μου σαν αρνί το μαλλί για το χειμώνα
πάρε το μισθό ενός μήνα απ’ το στόμα το φαΐ

Κλέβω απ’ το υστέρημά μου για να βρω τη γιατρειά μου
μα να ζω εκεί στον Κρόνο με φιάλες οξυγόνο
ή στου υπόγειου την πλημμύρα
και με βάρδια να πηγαίνω στη σαλοτραπέζαρια;

Αρχόντισσα και Αγλαΐα, κουρελού και κουβαρντού
τι είν’ αυτό που θα με σώσει από τη φραγκοκρατία
ν’ αγοράσω ένα αστέρι ή βαθύ υπόγειο
να μαλώνω εγώ με μένα μες τον ξένο αχυρώνα;

Σκάψε με σαν αμπελώνα, κλάδεψέ με σαν ελιά
πάτα με σαν το σταφύλι, πάρε μου τη συρμαγιά

Βράσε με σαν τη χελώνα, γδάρε με σαν το λαγό
βάλε τα υπάρχοντά μου, σε κοινό λογαριασμό
φτιάξε με με ματσακόνι, τίναξέ μου τη σκουριά
και ξανοίξου απ’ το καρνάγιο, πέταξέ με στα βαθιά
Ρουφούσα τον καπνό με μανία. Κάπνισμα, τι υπέροχη 
διέξοδος κι αυτή. Κακιά συνήθεια λένε κάποιοι. 
Διαφωνώ. Το κάπνισμα  δεν είναι απλά μια συνήθεια. 
Είναι κάτι πολύ περισσότερο. Τρόπος ζωής θα μπορούσα 
να πω. Εγώ για παράδειγμα, πιστεύω πως δεν κοιμάμαι 
γιατί νυστάζω. Κοιμάμαι για να ξανάρθει η ώρα που θα 
ξυπνήσω, θα ετοιμάσω καφέ και θα ανάψω ένα τσιγάρο. 
Μα σε σκοτώνει, λέει το επιχείρημα του αντίπαλου δέους. 
Ανταπαντώ. Το ποτό δεν σκοτώνει; Η οδήγηση, η βαριά 
δουλειά, το άγχος το φαγητό, η κακιά στιγμή. Τέλος πάντων
Να πω ότι όποιος κόβει το τσιγάρο γίνεται αθάνατος να 
το καταλάβω. Το να πεθάνεις νωρίς η λίγο αργότερα, 
δεν πιστεύω πως κάνει τόση διαφορά. Τώρα που αρχίζω 
και ξυπνώ, και το μυαλό μου μέσα στον καπνό που υπερισχύει 
του μισοσκόταδου και φαίνεται πως με απαίτηση έχει 
κυριαρχήσει παντού, σκέφτομαι πιο καθαρά και θυμάμαι. 
Θυμάμαι πως δεν ξύπνησα εξ αιτίας της πρωινής αναχώρησης 
της Γεωργίας. Όχι, όχι. Το όνειρο με ξύπνησε. 
Αυτό το όνειρο που έμοιαζε με όραμα. Λες και το ζούσα 
σαν αληθινό γεγονός. Σαν πραγματικότητα που την βίωσα. 
Καθόμουν λέει στον καναπέ, ακριβώς όπως τώρα. άκουγα 
μουσική και έπινα τον καφέ μου, γιατί κάπου έπρεπε να πάω.

Είπα κάποια στιγμή. Μα τι σύμπτωση κι αυτή. Ανοίγω το 
ραδιόφωνο και δεύτερο τραγούδι το εθνικό έλλειμμα 
του Περίδη. Από τα αγαπημένα του Πολυδεύκη. 
Και σήμερα θα πάμε να τον αποχαιρετίσουμε στον μόλο. 
Άνοιξε πανιά και σάλπαρε, χωρίς να πει τίποτε σε κανέναν. 
Αδιαμαρτύρητα. Άλλωστε οι καλοί καπεταναίοι έτσι κάνουν. 
Αποφασίζουν μονάχοι τους. Εκεί μονάχος στην κάμαρά του. 
Στο κελί όπως συνήθιζε να λέει. Πάνω στο βουνό. 
Συντροφιά με την κυρά του την Ερατώ. 
Εκεί βέβαια σε αυτό το σπίτι, ω του παραδόξου μένω εγώ. 
Όσο για την Ερατώ, ίδια η Γεωργία. Τι σκαρώνει το μυαλό 
όταν έχει διάθεση. Τέλος πάντων. 
Η Ερατώ ήταν  ο άλλος του εαυτός. Ο άγγελός  του, 
όπως την αποκαλούσε και το εννοούσε. 
Δεν έκανε χωρίς αυτήν λεπτό. Μα μήπως μιλά για 
μένα αναρωτιέμαι. Έτσι νοιώθω εγώ για την γεωργία. 
Την Γιωργούλα μου. Η πριγκηπέσα και νόημα της ζωής του, 
η κόρη τους η Ανθή, είχε παντρευτεί και δεν ζούσε ποια 
μαζί τους. Όπως και η Βασιλικούλα μου. Το φως και ο ήλιος 
της δικής μας ζωής. Τον Απρίλη παντρεύτηκε. 
Τον Πολυδεύκη τον συντρόφευαν εκατοντάδες βιβλία 
λογοτεχνίας και ποίησης , που τα συναντούσες παντού. 
Στα ράφια στον τοίχο, στην βιβλιοθήκη, στο τραπέζι, 
στα κομοδίνα. Αγαπημένη του παρέα το καναρίνι, ο σκύλος, 
τα γιασεμιά και τα νυχτολούλουδα. Καθώς επίσης και κούτες 
από τσιγάρα. Παντού πακέτα από τσιγάρα. Ήθελε 
απλώνοντας το χέρι του, να μπορεί να πιάσει ένα πακέτο.

Αυτή είναι η ζωή. Μια δυσκολοδιάβατη στράτα, που μόνη της 
αποφασίζει πόσο θα διαρκέσει το διάβα σου. 
Άνοιξα τα παντζούρια και κοίταξα στον ορίζοντα. 
Ο ουρανός καθαρός σήμερα. Λίγα μοβ σύννεφα που είχαν 
μπει μπροστά στον ήλιο, τρέχανε τόσο γρήγορα, που σε 
λίγο θα ξεπρόβαλε φωτεινός. Συμμάζεψα τα βιβλία που 
ήταν απλωμένα στο τραπέζι, και τακτοποίησα σε μιαν άκρη 
τα πακέτα από τα τσιγάρα, που υπήρχαν παντού. 
Έβγαλα τον Ραφαήλ το καναρίνι μου στο μπαλκόνι 
και αμέσως άρχισε να τραγουδά. 
Μετά γέμισα φρέσκο νερό το μπολ με το νερό του σκύλου μου 
του Έκτορα. Ήπια μια γουλιά καφέ και μετά πήρα τα 
φάρμακά μου για το στομάχι και την καρδιά, καθώς 
και τα απαραίτητα ψυχοφάρμακά μου. 

Ξαναμπήκα στο όνειρο. Ντύθηκα λέει το όνειρο, κι έφυγα 
βιαστικά. Ήταν ήδη οκτώ και τέταρτο. Το λεωφορείο 
περνά και μισή. Στις έντεκα ήμουν στην πλατεία της 
Ηλιούπολης. Συναντήθηκα με τον Γιάννη και τον Χάρη, 
σε ένα καφέ στην πλατεία. Ήμασταν από τους λίγους που 
ο Πολυδεύκης ήθελε να παριστάμεθα στην εξόδιο πράξη. 
Παραγγείλαμε καφέδες και ουίσκι. Ο χάρης είχε φέρει 
μαζί του και ένα cd player μπαταρίας. 
Καθώς και ένα Cd που περιείχε ένα τραγούδι. 
Τους ρώτησα πως συνέβη το μοιραίο. Ο Χάρης  μου είπε 
ότι έπαθε έμφραγμα το πρωί της Τρίτης. 
Επέστρεψε η Ερατώ από την δουλειά της, και τον βρήκε 
να κοιμάται στον καναπέ. Του μίλησε και δεν της απάντησε. 
Άρχισε να ουρλιάζει όταν κατάλαβε πως ο Πολυδεύκης 
δεν ήταν εκεί. Ότι ένοιωθε εκείνος γι αυτήν, το ένοιωθε 
και η Ερατώ για εκείνον σε βαθμό υπερθετικό. 
Είχε κινήσει για κείνον τον τόπο που ένα βράδυ ονειρεύτηκε, 
και τόσο πολύ του άρεσε. Κίνησε για κει όπου τα πρόσωπά τους 
λαμποκοπάγανε σαν ήλιοι και φως σκορπάγανε σ’ όλο τον 
κόσμο γύρω τους, ενώ  τα χείλια τους πάντα χαμογελάγανε. 
Το ψωμί και το κρασί τους πάντα ήταν παραπανίσιο, 
κι έφτανε για να φιλέψουν έναν ξένο μουσαφίρη. 
Η στρωματσάδα τους χώραγε, όσους κι αν θέλανε 
να κοιμηθούν κοντά τους. Η γη τους πάντα περίσσια, 
ώστε να δώσουν και σε σένα δυο μέτρα χώμα, 
να κάμεις τον μπαξέ σου. Ο λόγος τους πάντα γλυκός 
σαν μαυροδάφνη από κλήματα της Αχαγιάς. 
Στο σπιτικό τους ο καθένας έβρισκε μιαν αδειανή καρέκλα 
για να κάτσει και να ξαποστάσει. Σαν έβρεχε ο Θεός, 
τραγουδάγανε και χορεύαν στην βροχή. Φιλούσαν τα μωρά 
στο μέτωπο, πριν τα βάλουν να κοιμηθούν. Και για να τα 
αγκαλιάσει ο ύπνος ευκολότερα και ταχιά, τους ιστορούσαν 
παραμύθια που τα πλάθανε μονάχοι τους. Οι γυναίκες είχαν 
τα μαλλιά μακριά.  Άλλες τα πιάναν κότσο , στολισμένα 
μ’ ανθούς σε κάθε λογής χρώμα. Κι άλλες τα είχαν 
αμολημένα να πέφτουν στους ώμους και στην πλάτη, 
και να φτάνουν μέχρι χαμηλά στα καπούλια. 
Οι άντρες φοράγανε άσπρες πουκαμίσες με κολλαριστούς 
γιακάδες. Και τα παιδιά παίζανε κουβεντιάζοντας 
με τα πουλιά και τα ζώα.

Ταλαιπωριόταν από διάφορες ασθένειες εδώ και καιρό. 
Είχε έντονο πρόβλημα με τα πνευμόνια του, το στομάχι 
και την καρδιά. Τα κουλάντριζε με διάφορα φάρμακα. 
Όπως το ίδιο έκανε και με την αντάρα της ψυχής του, 
που είχε ξεσπάσει εδώ και είκοσι χρόνια. Δεν άντεξε άλλο, 
η μάλλον βαρέθηκε και είπε να τα παρατήσει όλα. 
Αντιλήφθηκε  πως το έμφραγμα ήταν σε εξέλιξη, μα δεν 
κάλεσε ασθενοφόρο. Πήρε ένα χαρτί και έγραψε λίγες 
γραμμές. Όσα πρόλαβε μάλλον, γιατί μια πρόταση 
είχε μείνει μισή. Έγραφε στην γυναίκα και στην κόρη του 
πόσο πολύ τις αγάπησε. Ευχαριστούσε την Ερατώ που τον 
ανέχτηκε τόσα χρόνια, και που τον φρόντιζε με τόση αγάπη 
και τρυφερότητα. Της έλεγε ποιοι ήθελε να βρίσκονται  
στην κηδεία του και ποιοι όχι.  Δεν ήθελε να παρίσταται 
κανείς από τους συγγενείς του, ούτε καν η μάνα του. 
Εμένα τον Χάρη και τον Γιάννη, μας ανέφερε ονομαστικά. 
Παρακαλούσε θερμά τον Χάρη να τον αποχαιρετίσει, 
με ένα τραγούδι. 

Συνιστούσε να φροντίζουν τον Ραφαήλ το καναρίνι, 
και τον σκύλο του τον Έκτορα. Έγινε ότι ζήτησε. 
Παρακολουθήσαμε την ακολουθία από την αυλή του ναού, 
ενώ καπνίζαμε ακατάπαυστα. Μετά μπήκαμε μέσα για τον 
τελευταίο ασπασμό. Μα δεν είναι δυνατόν. Αυτός είμαι εγώ 
είπα στους άλλους. Έλα ρε Κυριάκο τι είναι αυτά που λες. 
Άλλωστε με τον Πολυδεύκη μοιάζατε πολύ. Ναι ρε Κυριάκο 
είπε ο Γιάννης. Τι σχέση έχεις εσύ μ’ αυτόν. 
Κοίταξέ τον. Ανθρωπάκι τρομαγμένο. Χλωμός, μαζεμένος, 
σαν κάτι υπαλλήλους του δημόσιου ταμείου είναι, 
που φοβούνται μήπως στο τέλος της ημέρας, τους λείπουν 
πέντε δραχμές. Εσύ είσαι δυο μέτρα άντρας. 
Δυνατός, περήφανος, ατρόμητος. Σωστό θεριό. 
Βγήκαμε και κατευθυνθήκαμε προς τον χώρο της ταφής, 
μαζί με τους υπόλοιπους. Πρόσωπα δεν αναγνώρισα άλλα. 
Τον αδερφό του θυμάμαι μόνο, και μία ξαδέρφη του 
με τον αδερφό της, που ήταν μοναχός στο άγιο όρος. 
Την ώρα που το κασόνι κατέβαινε στο χώμα, το Ουλαλούμ 
του Σκαρίμπα με την φωνή του Άσημου ακουγόταν δια πασών. 
Το ανάπαυσον τον δούλο σου, μόνον ο παππάς το άκουγε. 
Έτσι είχε ορίσει ο Πολυδεύκης. Χαιρετίσαμε και φύγαμε. 
Σταματήσαμε σε μία ταβέρνα να φάμε κάτι. Εν συνεχεία 
ο Γιάννης με έφερε στο σπίτι με το αυτοκίνητό του. 
Μάλλον κάπου εκεί ξύπνησα, από τον δυνατό ήχο 
της μουσικής. Δεν θυμάμαι ούτως η άλλως τίποτε άλλο.
Ήταν σαν να σε πρόσμενα κυρά,
απόψε που δεν έπνεε όξω ανάσα,
κι έλεγα: Θα `ρθει απόψε απ’ τα νερά, κι από τα δάσα!

Θα `ρθει αφού φλετράει μου η ψυχή
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι,
και θα μυρίζει φώτα ήλιο και βροχή το νιο φεγγάρι!...

Και να, το κάθισμά σου συγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα,
και να μαζί σου κιόλας αρχινώ, χρυσή, κουβέντα.

Πως να... θα μείνει ο κόσμος με το "μπα"
που μ’ έλεγε τρελόν, πως είχες γίνει καπνός
και τάχας σύγνεφα θαμπά, προς τη σελήνη...

Νύχτωσε και δε φάνηκες εσύ...
Κίνησα να σε βρω στο δρόμο ωϊμένα!
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα), χρυσή, κι εσύ με μένα!...

Τόσο πολύ μ’ αγάπησες, κυρά, 
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
πάταγα γω στραβός μες στα νερά; κι εσύ κοντά μου!...
Ήπια τον καφέ μου και σηκώθηκα βιαστικά από τον καναπέ. 
Ο Έκτορας γκρίνιαζε. Ήταν η ώρα της πρωινής του βόλτας. 
Έχω και να μαγειρέψω. Παρασκευή σήμερα, και πρέπει 
να κάμω κάτι νηστήσιμο. Η Γεωργία πάντα τηρεί της νηστείες. 
Εκ των πραγμάτων κι εγώ.

Κυριάκος Κάππα 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου