Φαινόταν Ήσυχη...Πόλυ Μίλτου. (Αλληγορικό)

Την ήξεραν!
Την  έβλεπαν κάθε απόγευμα στην παραλία.
Είπαν: «Σκοτώνει την ώρα της στο περπάτημα. Τυχερή!».
Την έβλεπαν να πλατσουράει στα νερά.
Είπαν: «Χαίρεται την ανεμελιά της. Δεν έχει προβλήματα.»
Την έβλεπαν να δοκιμάζει αν πατώνει.
Είπαν: «Τώρα μαθαίνει μπάνιο και φοβάται. Θα συνηθίσει.»
Την έβλεπαν να δείχνει τα καράβια.
Είπαν: «Σίγουρα είναι τρελή. Μακριά της καλύτερα.»
Την είδαν ένα δειλινό να περπατάει στην παραλία.
Να μουρμουρίζει μόνη της και να χειρονομεί.
Να κλοτσάει το κύμα και να μπαινοβγαίνει στο νερό.
Να κάθεται ακίνητη μέσα στη θάλασσα να δείχνει για ώρα.
Απομακρύνθηκαν μετά τις πρώτες νουθεσίες, να ησυχάσει.
Έφυγαν γρήγορα από την τρελή που χάλασε τη μέρα τους.
Την άφησαν να στέκεται εκεί μόνη, να κοιτά τον ορίζοντα.
Την επομένη τούς είπαν: «Πνίγηκε μια γυναίκα χτες.»
Έκπληκτοι αναφώνησαν: «Φαινόταν ήσυχη. Πού να ξέραμε;»
Κι όμως, το ήξερες. Το ξέρατε. Το ξέραμε. Το ήξεραν.
Ήταν μόνη συνέχεια. Ήταν πάντα εκεί, στο πουθενά της.
Ήταν σιωπηλή κι ευγενική με ένα αχνό χαμόγελο.
Δε ζητούσε τίποτα από αυτούς που δε δίνουν.
Έδειχνε πάντα με κινήσεις τη φρίκη που ένιωθε.
Τα σημάδια, το παραμιλητό, το σκεφτικό, το πλατσούρισμα.
Το νερό που την έπνιγε ως τη μέση ενώ χαμογελούσε.
Έδειχνε με πόνο τα όνειρά της που έφευγαν κάθε μέρα.
Ήταν εκεί που πνιγόταν το μέσα της.
Μέχρι που πνίγηκε στ’ αλήθεια και το σώμα της.
Κι εσύ κι εγώ,… ποτέ δεν ήξερες. Ποτέ δεν ξέραμε.
Ακόμα και τώρα καθησυχάζουμε τη συνείδηση:
«Τελικά, ήταν τρελή», ψιθυρίζεις και φεύγεις, άνθρωπε.
Η επόμενη κίνηση σε περιμένει.
Η καθημερινότητά σου, που τσαλακώθηκε για λίγο.
Να ξεχάσεις, να προχωρήσεις ήρεμα.
«Δεν μπορούσες να κάνεις κάτι!»
Σιωπή!
[Αφιερωμένο σε όλους τους απελπισμένους αυτόχειρες.
Μέσα σε λίγους στίχους ο σαρκασμός:
«Ποτέ δεν ξέραμε πριν»!
Γι’ αυτό, ποτέ δεν κάναμε κάτι… Πριν συμβεί… 
Τώρα, όμως, ξέρουμε μόνο να κρίνουμε… 
Ασυστόλως, αδιακρίτως, απάνθρωπα, ανελέητα… 
Είμαστε τραγικοί.]


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου