
Αυτή η κακία, προτέρων χρόνων, που εγκυμονούσαν οι ψυχές
έκαναν να γεννώνται παιδιά με ψυχικά και σωματικά
ελαττώματα, τέτοιας μορφής που διεκδικούσαν την
αποκλειστικότητα στην εμφύλιο. Λες και έφεραν την κατάρα
στο σπέρμα τους. Μα αυτό που τούς άφησε άναυδους ήταν η
γέννηση δυο κοριτσιών σε ένα σώμα με δύο πρόσωπα τρία χέρια,
και τέσσερα πόδια.
Τα μεσαία πιο κοντά κρέμονταν νεκρά κι έμεναν σχεδόν
αχρησιμοποίητα Κι εκεί ανάμεσα στα παράλυτα μεσαία πόδια
τοποθετημένο με τέχνη «το φύλο» που τα κατέταξε στων
θηλυκών το γένος..Το πιο παράξενο στο κοινό τους σώμα
χτυπούσαν δυο καρδιές. Άλαλη έμεινε η μαμή και οι
παρεβρισκόμενες. Τι θα έδειχναν στην μάνα που τα γέννησε;
Τα δέχτηκε σαν το καλύτερο δώρο. Γέννησε αυτή δυο μωρά
γλύκα που όμοια τους δεν υπήρχαν. Δημόσιο θέαμα έγιναν.
Τιμωρία θα πουν μερικοί, αμαρτία έλεγαν οι θεοσεβούμενοι,
άλλοι θα μιλήσουν για θαύμα κι άλλοι για μίασμα.
Ακούστηκε ακόμη και η πιο προχωρημένη άποψη να τα πάνε
στο τσίρκο. Οι τυχεροί! ποιος ξέρει μπορεί ν’ άνοιξε η τύχη τους
μ’ αυτή την γέννα! Συνήθεια, την εποχή της αμάθειας,
να οδηγούνται άτομα με περίεργες αναπηρίες, στο τσίρκο προς
τέρψη και διασκέδαση των ευνοημένων της φύσης και προς
πλουτισμόν των ιδιοκτητών του τσίρκου αλλά και της ίδιας της
οικογένειας. Έτσι κι η γέννηση των σιαμαίων, ζήλεια παρά οίκτο
Μερικοί παρακαλούσαν κιόλας να’ ταν στη θέση τους.
΄Ό,τι και να ‘ταν διέψευσαν τις προσδοκίες και τους ευσεβείς
πόθους κάποιων καλοπροαίρετων «ότι τέτοια λάθος γέννα,
μόνο πόνο και συμφορές θα κόμιζαν στην οικογένεια
μα και στην κοινωνία τους ολόκληρη».
Διαψεύστηκαν άπαντες. Κι έζησαν και μεγάλωσαν και περνούσαναπαρατήρητες τώρα, αφού τα μάτια όλων χόρτασαν περιέργεια.
Μα οι απορίες, με ποιες συντονισμένες κινήσεις χρησιμοποιούν
το κοινό τους χέρι δεν λύθηκαν ποτέ. Αυτές πάντως έτσι φυσικά
θαρρείς χωρίς καμιά προσπάθεια, μαζί περπατούν ,μαζί κάθονται
και μεταξύ τους συζητούν. Μια παρέα που δεν υπήρχε περίπτωση
ποτέ να χαθεί. .Είχαν όμως και κάτι που ανήκε αποκλειστικά
στην κάθε μια χωριστά. «Το όμορφο κεφαλάκι».
Σπάζοντας του νόμους της φύσης ξετρύπωσαν από το κοινό
σωματάκι δυο εντελώς διαφορετικά κεφαλάκια με διαφορετικό
εγκέφαλο. Το ένα προσωπάκι μελαχρινό με καταγάλανα
μεγάλα μάτια και ολόσγουρα μαύρα μαλλιά.
Το άλλο χιονάτο με κατάμαυρα σαν ελιές μάτια
και ολόξανθα, ίσια σαν στάχυα μαλλιά.
Αποκλειστικά δικό τους ακόμη ένα χέρι που το χειριζόταν
η κάθε μια όποτε το χρειαζόταν,χωρίς να χρειάζεται η συμμετοχή
της άλλης. Μ’ αυτό το χέρι πλένονταν έτρωγαν κεντούσαν και
χτένιζαν επί ώρες τα υπέροχα μαλλιά που έπεφταν σαν
χείμαρρος και στόλιζαν το κοινό τους σώμα.
Και το κοινό τους χέρι το χρησιμοποιούσαν σαν βοηθητικό
δανείζοντάς το η μια στην άλλη.
Μεγάλωσαν οι διδυμοκόρες και έγιναν το πιο θεσπέσιο
σύμπλεγμα που είχε δει ποτέ ανθρώπου μάτι.
Και το ερώτημα το μέγα.
Πώς θα παντρευτούν ή καλύτερα ποιος θα τις παντρευτεί.
Μαχαίρι στα στήθη της μάνας η πρωτοφανής αυτή γέννα.
Μα τ’ αγαπούσε τα κοριτσάκια της.
Τα νανούριζε τα χάιδευε τα κρατούσε αγκαλιά όσο βέβαια
χωρούσαν και χτένιζε με τέχνη τα μεταξένια μαλλάκια.
Τους έλεγε και παραμύθια για μάγισσες και βασιλιάδες-παραμύθι
ανερμήνευτο οι ίδιες, για την ίδια τους τη μάνα- για
τ’ αρχοντόπουλο που θα ερχόταν καβάλα στο άλογό του
που θα τις ξεναγούσε στα μυστήρια του έρωτα.
Κι αυτές την πίστευαν(την μάνα τους δε θα πίστευαν)
και περίμεναν. Τις βάφτισαν Ανθίες. Έτσι που έμοιαζαν σαν
πρωτόφαντο άνθος ανεξερεύνητης φύσης που από ένα
βλαστό ξεπετάχτηκαν σφιχταγκαλιασμένα δυο ασυνήθιστα άνθη,
μόνο ένα τέτοιο γλυκό όνομα θα τους ταίριαζε ΑΝΘΙΕΣ.
Και πόσο συγχρονισμένα και αυτόματα γύριζαν τα δύο κομψά
κεφαλάκια στο άκουσμα του ονόματος τους!
Συνηθισμένοι από τα ασυνήθιστα δεν παραξενεύτηκαν
κι όταν βρέθηκε άνδρας να τις παντρευτεί.
Και τι άνδρας από αυτούς που ονειρεύεται η κάθε
αρχοντοκοπέλα.Ο Χαρίδημος, ένας από τους γιους του τυφλού
Ιερεμία και της Αντιόπης από την απέναντι ιδανική πολιτεία
της Λαμπαδίας. «Έκανε γιους αυτός ο βοσκός να βολέψει ακόμη
και αυτές που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα» θα πουν
οι φαρμακερές γλώσσες.
Δίχασε και θορύβησε ο παράδοξος αυτός γάμος την αποκομμένη
από τον πολιτισμό και τα τερτίπια του, κοινωνία της Λαμπαδίας.
Μα πώς γίνεται; πως είναι μπορετό να έχουν τον ίδιον άνδρα
οι σιαμαίες; Δυο καρδιές, πως θα συγχρονιστούν να κτυπούν
στον ίδιο ρυθμό; Ποια χείλη θα πρωτοφιλήσει;
Και πώς θα μοιράσει ακριβοδίκαια την αγάπη και τα χάδια του;
Κι αν η ζήλια που πάντα συνοδεύει το μοίρασμα της αγάπης
απλώσει τα δολερά πλοκάμια της στις όμορφες Ανθίες;
Ποια εξέλιξη θα έχει μια τέτοια ζήλια;
Πώς να ζηλέψεις το άλλο στην κυριολεξία μισό σου;
Κάστρα ιδεών ναι προκαταλήψεων έμελλε να γκρεμίσει αυτός
ο γάμος. Τους έλιωσε όλους η περιέργεια την πρώτη νύχτα
του γάμου. Θα πουλούσαν την ψυχή τους στο διάβολο, να
έβγαιναν από το σώμα τους αόρατοι να γινόταν για να
απολαύσουν το θέαμα.
Λίγο πολύ όλοι γνώριζαν τα μυστικά της πρώτης νύχτας
ενός γάμου, αλλά το αποψινό μια φορά στα χίλια χρόνια ή
και καθόλου μπορούσε να συμβεί. Κανένας δεν είδε, αλλά όλοι
κατάλαβαν, όταν διάβασαν την ευτυχία το άλλο ξημέρωμα
στο πρόσωπό και των τριών.
Άριστος μαέστρος ο Χαρίδημος κατάφερε να μοιράσει εξίσου
τα φιλιά στα γλυκά στοματάκια που αμάθητα και ντροπαλά
καθώς ήταν, άνοιγαν ηδονικά και αδιαμαρτύρητα και
ρουφούσαν την γλύκα από λατρεμένα χείλη που τόσο
αναπάντεχα τους χαρίστηκαν. Κι όταν άπλωσαν από ένα χέρι
η κάθε μια και χάιδεψαν το σγουρό του κεφάλι,
( το τρίτο το κράτησαν σε απραξία) ολόρθος ο ανδρισμός του
βρήκε το πέρασμα και μπήκε στο μοναδικό άνοιγμα που διέθετε
το περίεργο αυτό σώμα..........
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από το νέο μου βιβλίο
ΟΙ ΣΙΑΜΑΙΕΣ ΚΟΡΕΣ (κι άλλα διηγήματα)
ΟΙ ΣΙΑΜΑΙΕΣ ΚΟΡΕΣ (κι άλλα διηγήματα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου