Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Π. ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Π. ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η πρώτη νύχτα...Πέτρος Τσερκέζης.

«Ήταν άδικο το τρέξιμο», είπε ο Μαξ Κ.. «Το λεωφορείο έχει ένα τέταρτο που αναχώρησε και ήταν το τελευταίο». Τον κοίταξε με σκληρό βλέμμα έτοιμος να τον ενοχοποιήσει ή να πετάξει καμία βρισιά . Δε μίλησε ωστόσο, απλώς τον κοίταζε με αγένεια, κάνοντας μια χειρονομία. Εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα, κατεβάζοντας ταυτόχρονα την τσάντα από τον ώμο. Σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού το ιδρωμένο του μέτωπο λέγοντας: «Συγνώμη, ορέ φίλε, εγώ φταίω με τις ουτοπίες μου. Μεγάλη ταλαιπωρία και βλακεία να βρεις τρόπο να συναντήσεις βουλευτές», είπε ο Παύλος Π... «Εσένα δε σε δέχονται στο χωριό θέλεις και την κοπέλα του παπά».
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ένα κορίτσι μέτριου αναστήματος είχε πλησιάσει ήρεμα το τραπέζι τους στο καφενείο του Κτελ Ιωαννίνων.
«Γεια σας. Είμαι η Ραχήλ» είπε τείνοντας το χέρι. Την κοίταζαν με δύσπιστο ύφος σχεδόν παραξενεμένοι. Τι ήταν αυτή η Ραχήλ; Πώς είχε φυτρώσει έτσι ξαφνικά, σαν να παρουσιάζονταν από τις σελίδες της αγίας γραφής. «Είσαι η σύζυγος του Ιακώβ ή η κόρη του Μοησή», ρώτησε ο Παύλος Π. σηκώνοντας τους ώμους με μια κίνηση αμφιβολίας την οποία την επιβεβαίωναν και η απορία στο πρόσωπό του μ’ ένα ερωτηματικό νεύμα σαν να της έλεγε «η αφεντιά σου μας έλειπε αυτή την κρίσιμη στιγμή». «Όχι, η κόρη του Μπατίνου είμαι», είπε μ’ ένα ειλικρινέ-στατο χαμόγελο. «Του Μπατίνου;» παραξενεύτηκε ο Μαξ Κ. «δηλαδή του Κύριου Μπατίνου του Ονειρεμένου». «Ναι, του κύριου Μπατίνου, του φίλου σας. Είστε από μέσα δεν είναι;». «Ναι, τώρα είμαστε έξω, ωστόσο», προσπάθησε να συνεχίσει το αστείο ο Παύλος Π. «και όλα δείχνουν πως θα μείνουμε κάτω από τον έναστρο ουρανό». «Σας έφυγε το τελευταίο λεωφορείο, δεν το προλάβετε; Ειλικρινά λυπάμαι. Πόσες φορές έχετε έρθει στα Γιάννενα;» «Χίλιες είκοσι και βάλε. Για τις ακρίβεια οι είκοσι είναι σίγουρες», είπε ο Μαξ Κ.. «Για τις άλλες αμφιβάλω, ταξίδια φα-ντασίας θα είναι».
Η Ραχήλ άναψε ένα τσιγάρο κι έριξε το βλέμμα από το παράθυρο. Το ρουφούσε βαθιά και λαίμαργα σαν πεινασμένη. Λες και η νι-κοτίνη του ήταν βάλσαμο. Το πρόσωπό της έμοιαζε θλιμμένο πί-σω από το πέπλο του καπνού. Τα μάτια της στο χρώμα της ελιάς σαν να έσταζε ένα βελούδινο φως με λαδάκι καλοσύνης. «Τι σε ώθησε σ’ εμάς;» ρώτησε ο Παύλος. «Ήθελα να σας γνωρίσω». «Έτσι τυχαία σου ξυπνήσαμε την περιέργεια; Πώς το ήξερες, πως χάσαμε το λεωφορείο και θα μας συναντούσες;» «Δεν ήταν τυχαίο. Σας είχα δει αρκετές φορές στο κατάστημα του πατέρα μου. Άκουσα που είπατε να προλάβομε το λεωφορεία και σας βάλθηκα πίσω. Μοιάζουν τόσο ευγενικοί και ταλαιπωρημένοι. Ωστόσο έχουν κάτι ιδιαίτερο πάνω τους, μια ειλικρίνεια που μου αρέσει, σκέφτηκα». «Συγνώμη, ο κύριος Μπατίνος είναι πατέρας σας;» «Σχεδόν, πως να σας εξηγήσω, υιοθετημένη είμαι. Έχω χάσει τους γονείς μου σε αυτοκινητικό δυστύχημα και με υιοθέτησε ο θείος μου από μικρή ηλικία. Όλα για χάρη του αδερφού μου. Ο αδερφός μου είχε αποφασίσει να φύγει στο Ισραήλ. Εκείνη έτρεχαν πίσω του σαν τρελοί να τον σταματήσουν. Η απόφασή του ήταν αμετάκλητη. Έφυγε. Μας καλεί η πατρίδα, έλεγε. Έχει δυο χιλιάδες χρόνια που μας περιμένει να στυλώσουμε το έθνος. Κι εκείνοι τρέχοντας να τον προλάβουν, να τον γυρίσουν πίσω. Πάνω στην απόγνωσή τους πήγαν και έδωσαν πάνω στο κιγκλίδωμα. Λες και το έκαμαν σκόπιμα, λες και μετά τη φυγή του αδερφού μου δεν υπήρχε πια ζωή για τους γονείς μου. Από ό, τι καταλαβαίνω τώρα εκείνοι ήταν πολύ συνδεδεμένοι με τον αδερ-φό μου. Εκείνος ήταν τα πάντα γι’ αυτούς.
Η Ραχήλ βούρκωσε και χαμήλωσε το κεφάλι μ’ ένα βαθύ αναστεναγμό. Ρούφηξε ξανά το τσιγάρο κι έβγαλε μια τουλούπα καπνό σαν να ήθελε να κρύψει τα δακρυσμένα της μάτια. «Έτσι ο Μπατίνος έγινε ο πατέρας μου. Με συμμάζεψε. Ήμουν μια χούφτα κοριτσόπουλο. Ναι, είναι πατέρας μου, τι να πω κάθε άνθρωπος θέλει μια οικογένεια, μια στέγη. Θέλει μια αγκαλιά. Με υιοθέτησε. Θεωρητικά μου χάρισε μια οικογένεια». «Χαίρομαι που γνωριστήκαμε», είπε ο Μαξ.
«Κι εγώ», είπε το κορίτσι. «Τώρα υπάρχει μια αιτία παραπάνω να επισκεφτούμε πιο συχνά τα Γιάννενα», είπε ο Παύλος. «Αλήθεια;» χαμογέλασε η Ραχήλ. «Πιστεύω πως απέχτησα κι εγώ δυο καλούς φίλους». «Τρέχομε πάντα να βρούμε τους ανθρώπους μας και να κάνομε νέες φιλίες. Είναι ο φυσικός μας χώρος η Ήπειρος μέσα κι έξω. Τα Γιάννενα εννοώ είναι η συνέχειά μας». «Ψάχνετε για περιπέτεια;» «Ανθρώπους ψάχνομε», είπε ο Μαξ. «Πολλά ψάχνομε. Η περιπέτεια είναι προϊών των ανθρώπων», είπε ο Παύλος. «Απόψε θα χαρείτε που σας άφησε το λεωφορείο, προε-τοιμαστείτε, αρχίζει η πρώτη σας περιπέτεια. Θα σας φιλοξενήσω εγώ», είπε η Ραχήλ. «Τι;» είπαν μ’ ένα στόμα και οι δυο, κοιτάζονταν το κορίτσι με απορία που μεταμορφώθηκε σε δίλημμα. Να είχε τόση καλοσύνη αυτό το κορίτσι ή είχε κάποιο σχέδιο στην άκρη του μυαλού του; Όχι τα μάτια της τους κοιτούσαν απονήρευτα. «Σ’ ευχαριστούμε αυτό και αν είναι έκπληξη», είπε ο Παύλος «καλοσύνη σου!» «Τώρα έχεις χρόνο για το βουλευτή και να ψάξεις το φίλο του πατέρα σου», είπε ο Μαξ.
«Ο βουλευτής τελείωσε. Προτεραιότητα έχει ο φίλος του πατέρα μου. Ήταν κολλητοί κάποτε. Θα χαρεί πολύ αν τον βρω». «Πώς τον έλεγαν;» ρώτησε η Ραχήλ.
«Ιωάννη Φαρμάκη. Δεν ξέρω αν είναι από τους ξακουστούς Φαρμάκηδες γνωστούς από τον καιρό του Αλή πασά». «Θα τον ψάξομε και θα τον βρούμε», είπε η Ραχήλ.
«Το ελπίζω. Πριν χωρίσουν του είχε χαρίσει ένα καρδιόσχημο μενταγιόν με το πρόσωπο της Παναγιά και με την επιγραφή: Να με θυμάσαι! Ιωάννης. «Σαν αυτό των γωνιών μου», είπε η Ραχήλ, βγάζοντας από τον κόρφο της ένα ωοειδής μενταγιόν. «Κάτι παρόμοιο, αλλά σε σχήμα καρδιάς. Ήταν η προτελευταία φορά που συναντήθηκαν και του χάρισε αυτό το μενταγιόν. Εκείνο το βράδυ ο Ιωάννης κάλεσε όλη την παρέα του πατέρα, εννέα άτομα. Κατέβαιναν στα Γιάννενα για μαύρη αγορά. Πήγαιναν ομαδικά από το φόβο των ληστών και των λύκων. Έχω μια μεγάλη γιορτή, είπε, σας καλώ όλους στο φτωχικό μου. Αρ-ραβωνιάζομαι σήμερα. Είχε και μια αδερφή. Ένα κορίτσι σαν να είχε γεννηθεί από τα ρόδα, να του έκοβες το κεφάλι: για έβγα ήλιε μ’ για να βγω… Γλέντησαν ως το πρωί. (Λες και είχαν προαι-σθανθεί αυτόν τον μεγάλο χωρισμό και ήθελαν να δώσουν δια-στάσεις σ’ αυτή τη φιλία). Όταν συναντήθηκαν την τελευταία φορά ήταν σαν σε συναγερμό. Έκλειναν σιγά-σιγά όλα τα μονοπάτια. Έκλειναν τα σύνορα. Αν σε συλλάμβαναν άρχιζε το μαρτύριο. Είχε αρχίσει η σκληρή εποχή του αποκλεισμού. Αμπαρώνονταν η χώρα, κόβονταν οι γέφυρες επικοινωνίας, αμπαρώνονταν οι μνή-μες. Μπορεί να είναι μάταιο αυτό το ψάξιμο. Μάτια που δε βλέ-πονται, γρήγορα λησμονιούνται, λένε. Ωστόσο πιστεύω πως αξίζει τον κόπο, να γίνει η αποκατάσταση, να στυλωθούν ξανά οι γέφυρες. Κάποια φεγγάρια συνέχισαν την αλληλογραφία. Μετά και η επιστολές κόπηκαν με το χαντζάρι. Ούτε φωνή ούτε ακρόα-ση. Εκτός από τον αποκλεισμό μας μεσολάβησε και ο εμφύλιος και ο Ιωάννης ήταν πολέμιος της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Ωστόσο ο πατέρας δεν έβγαλε ποτέ το μενταγιόν από τον κόρφο, απλώς την εικόνα της Παναγιάς την κάλυψε με μια φωτογραφία. Ο χρόνος όμως έχει τρέξει πολύ και λένε μαζί με την τύχη προκα-λούν σφυροκοπήματα και δεν ξέρεις πού και ποιον χτυπάει.
Οι φιλίες σήμερα είναι λυκοφιλίες, παλιά ήταν προσφορά ψυχής και είχαν μπέσα, λέει ο πατέρας μου. Φιλία σαν αυτή με τον Ιωάννη δεν πεθαίνουν ποτέ, γι’ αυτό έχω καθήκον να ψάξω. «Θα ψάξομε μαζί», λέει η Ραχήλ. «Τώρα ας πάμε τις τσάντες σας στο δωμάτιό μου και μετά σας προσκαλώ να γιορτάσομε τη φιλία μας στο πιάνο-μπαρ».
Πήγαιναν καμαρωτά στους δρόμους πλάι στη Ραχήλ που περπατούσε σαν να χόρευε. Οι τρεις βρίσκονταν σε έξαψη ή ορ-θότερα ο καθένας πανηγύριζε για δικό του λογαριασμό. Οι δυο φίλοι την κοίταζαν με την ουρά των ματιών λες και από στιγμή σε στιγμή θα έκανε απόπειρα να πετάξει και ήταν έτοιμοι να την αρ-πάξουν από τα μπράτσα. Στο γαλάζιο απόβραδο του Οκτώβρη τα Γιάννενα άναβαν τα φώτα χαρωπά σαν να ήθελαν να χαρίσουν λίγο από τη λάμψη του χρυσό του στους τρεις φίλους.

Εφτά ποιήματα και μια αγκαλιά αγάπης... Πέτρος Τσερκέζης.

1.ΕΧΩ ΜΙΑ ΔΩΔΩΝΗ
Έχω μια Δωδώνη μέσα μου
Όλες οι δρυς του τόπου μου έχουν τις ρίζες στη Δωδώνη.
Όλες οι Πελειάδες του ουρανού μου
Πέταξαν, φώλιασαν σε άγνωστες δρυς.
Έχω μια Δωδώνη εντός μου
Κάτω από ένα χάλκινο ουρανό
Από βροχές, λησμονιά και θλίψη.
Όταν φυσάει και βροντάει
Ξεγυμνώνει την αιώνια δρυς
Τα φύλλα πέφτουν, στροβιλίζονται ένα-ένα
Και δεν μου φέρνουν χρησμούς.
Είμαι ένα ιερό μαντείο
Εγκαταλειμμένο από γυμνόποδες Σελούς,
Ιέρειες και Πελειάδες.
Έχω μια Δωδώνη εντός μου
Με μια Διώνη αγάπης
Χαμένο φεγγάρι στις φυλλωσιές του χρόνου
Που συγκρούονται τα σύννεφα του Δια
Και την πνίγουν στα δάκρυα.
Έχω μια Δωδώνη…

Λες κι έχει η πέτρα σου Φτερά... Πέτρος Τσερκέζης.

Στην αγαπημένη μου κωμόπολη, στην Πολύτσανη Πωγωνίου
Το αηδόνι που με ξυπνούσε ήταν από φως, ολοφώτεινο με τρίλιες και μαγικά λαλήματα μέσα στις φυλλωσιές. Το τραγούδι των αντρών με ταξίδευε με τα μεγάλα καραβάνια στην Πόλη, στην Ευρώπη και πέρα από τον ωκεανό στην Νέα Ήπειρο. Και ξανά γύριζα εδώ λες και με κρατούσε δεμένο το νήμα της Αριάδνης. Λες και δεν έκοψα ποτέ τον ομφάλιο λόρο. Το λιοπερίχυτο βουνό ήταν από βράχο, όνειρο και καταιγίδα. Ψηλό, ψηλό και αγέρωχο να σηκώνει τους ώμους να κρατήσει τον ουρανό. «Είναι κλειστός ο τόπος μας όλο βουνά, που ‘χει σκεπή το γαλανό ουρανό μέρα και νύχτα». Τι παράξενη σύμπτωση, πόσο καλά το γνώριζε αυτό τον τόπο ο ποιητής λες και είχε γεννηθεί εδώ, λες και τον είχε θηλάσει αυτό το φως. Όλη η φωταψία πλημμύριζε στο παράθυρό μου.
Πώς στέκεσαι καμαρωτά, πάνω στο βράχο αράζεις,
Λες κι έχει η πέτρα σου φτερά, έτοιμη να πετάξεις.
Φυσά τ’ αγέρι του βουνού, παλικαρίσιο αγέρι
Ανοίγει δρόμους η αγάπη, κοντά σου να με φέρει.
«Πάντα εδώ, όταν περνάς το Βράχο του Χελιδονιού, σε πιάνει μια ανατριχίλα», λέει ο συνταξιδιώτης μου «και τα χείλη σου αυθόρμητα μουρμουρίζουν προσευχές λες και βρίσκεσαι στον πιο παράξενο ιερό ναό. Από την προσευχή ξαφνικά τα χείλη σου μπαίνουν στο τραγούδι και η λαλιά σου αχεί, καημούς βουνών έχουν τα σπλάχνα σου και θέλουν να ξεσκάσουν. Και μόλις δρασκελίσεις το κατώφλι του τραγουδιού θα κατρακυλήσεις σε γκρεμούς λυγμών».
Το μονοπάτι της παλικαριάς είναι χαραγμένο από αστροπελέκια, είναι φαρδύ και φαίνεται, είναι κορυφή φωτοστεφανωμένη και σε κράζει. Το μονοπάτι της μπαμπεσιάς είναι στενό, είναι φιδωτό και χάνεται στις δύσβατες χαράδρες και στα ρουμάνια. Το σκεπάρνι των ανέμων και οι καταιγίδες γδέρνουν, διαβρώνουν, ρυτιδώνουν τον άγριο βράχο και το βουνό μουγκρίζει σαν κοπάδι βουβαλιών και η μπαμπεσιά γδέρνει, διαβρώνει την ψυχή μου, ξερίζωσε μανιασμένα το βράχο, τον κατρακύλησε πάνω στην κεφαλή σου, διάβρωσε την μεγάλη σου ψυχή ξακουσμένη μου πολίχνη. Έχω δει την καταιγίδα να βουλιάζει την ομορφιά σου, έχω δει την άνοιξη να βγαίνει από τα σπλάχνα σου, έχω δει τους εχθρούς του ανθρώπου να σε σαβανώνουν κι εσύ να ανασταίνεσαι σαν δια μαγείας και να βγαίνεις ολοζώντανη στα πανηγύρια σου, στα χοροστάσια του ήλιου. Εδώ τα βουνά αρπάζονται ώμο με ώμο το ένα με το άλλο λες και θα σμίξουν σε χορό λες και θα συγκρουστούν σε πεδία μαχών.
Εκεί έξω οι άντρες τραγουδούν. Εκεί πάνω το μεγάλο βουνό η αγέρωχη Νεμέρτσκα στέλνει κεραυνοβολήματα λες και θέλει να ξυπνήσει την αιωνιότητα, να στείλει μηνύματα ιστορίας στους νέους καιρούς.
Σε βλέπουμε πάντα Πολύτσανη από κάτω, όταν ανηφορίζουμε με τον πόθο χείμαρρο να βρεθούμε στην αγκαλιά σου. Βλέπουμε τα σπίτια σου άσπρα γαρίφαλα, εκεί που μας φίλησε τα μάτια ο πρώτος ήλιος. Εκεί που είναι πάντα τα μάτια της ψυχής μας. Σ’ έχομε αντικρίσει και από τα ψηλώματα. Εγώ, ωστόσο, σε αντικρίζω από παντού, η αγάπη έχει πολλά μάτια. Σε βλέπω και από την ιερά φηγό, την προφητική δρυς της Δωδώνης, που παρελαύνουν στα ρουμάνια σου και από το κάστρο της Κερύνειας και με τα θαμπωμένα μάτια της θάλασσας της Αμμόχωστος και πέρα από της πράσινες πεδιάδες του Γουώλτ Γουίτμαν, και από τα ψηλά κατάρτια του Ειρηνικού. Σε βλέπω από τις λαμπερές κορυφές κάθε εποχής, από τα σκληρά μονοπάτια κάθε δυστυχίας. Σε αντικρίζω από της βουνοκορφές της μνήμης. Μπαίνω στο πνεύμα και στις θυσίες σου, έχω πάνω μου κομμάτια από τις αλυσίδες της σκλαβιάς σου, ανεβαίνω στο ζενίθ της δόξας με της ελεύθερες ψυχές, σέρνομαι στην κόλαση με τους βασανισμένους και περιπλανήθηκα άπειρες φορές στα σκοτάδια του Άδη. Τα ψυχόρμητά σου ήταν η αναπνοή μου. Οι καιροί σε μακέλεψαν με μίσος και με λύσσα. Έμεινε η σάρκα μας στα δόντια τους. Πώς δε σε κούρασε ο ανήφορος, με τα μάτια πέρα στον ορίζοντα να σκαρφαλώνεις στα κοφτερά βράχια, ν’ ανοίξεις μονοπάτια για να κατακτήσεις τις κορυφές.
Μέσα σε τέσσερα βουνά μια χούφτα τόπος και το μονοπάτι του μισεμού σαν κομμένο από σπαθί κεραυνού πάνω στο βράχο. «Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο…». Έπαιρναν αυτό το μονοπάτι τα παιδιά σου να βγουν στη μεγάλη στράτα της ζωής και χάνονταν στη βαβούρα του κόσμου. Αλλά δεν σε ξέχασαν ποτέ, έρχονταν κοντά σου ψυχή τε και σώματι. Έρχονταν στα πανηγύρια σου, να βρουν το ταίρι του και να μπαρκάρον ξανά. Γι’ αυτό έριχνε ανάστημα και φούντωνε το γενεαλογικό σου δέντρο. Σε είπαν νύφη του Πωγωνίου, σε είπα αετοφωλιά, σε είπαν προμαχώνα. Εγώ θα σε πω απλώς μάνα, μάνα λεβεντογέννα, που στρώνεις το τραπέζι με μια ευχή και περιμένεις τον γυρισμό των παιδιών σου.
Σ’ έκαψαν, σε βομβάρδισαν, σε ρημάξανε, σ’ έκλεισαν στα μπουντρούμια, βούλιαξες στα μαύρα νερά των κατακλυσμών και στα θολά νερά της ιστορίας, σε χτύπησαν κατακέφαλα κι εσύ πάλευες με το κοντύλι και με το σπαθί σου, με την αξίνα και με το δρεπάνι, με το τραγούδι και το χορό, με την πέτρα σου τη φωτεινή, με τη σοφή βίβλο της ψυχής σου, με τους αληθινούς και κυνηγημένους άγιους. Μ’ έναν Σοφιανό που έχτισε τη προτομή του στην καρδιά του γένους αποτρέποντας τους βάρβαρους και τους αλλόθρησκους, να βρεις το σωστό δρόμο της προόδου με την ιερή βίβλο της καλοσύνης. Και τα ερείπιά σου έχουν μεγαλοπρέπεια.
Εκεί έξω τραγουδούν τ’ αηδόνια. Περάσανε μεσάνυχτα και ξανά κελαηδούν. Τ’ αηδόνια τραγουδούν και χωρίς σκηνές. Κάνουν την καρδιά πέτρα και τραγουδούν για να πνίξουν τον πόνο. Κάθε σπίτι είχε το τραγούδι του! Κάθε γειτονιά τη χορωδία της. Έτσι ανέβηκες περήφανη να τραγουδήσεις στις σκηνές του κόσμου. Ανάβοντας καντήλια άστρων μέσα στο σκοτάδι, τον λαμπρό γαλαξία της ψυχής σου.
Μάζεψα πολλά σε χρόνια και καιρούς, γέμισε το δισάκι μου αγάπες, θανάτους, πρόσωπα, ιστορίες, ταξίδια, σφυρίγματα ανέμων σαν οχιές, προτομές πληγωμένων ονείρων όλα σ’ ένα ρυθμό περήφανου Πωγωνίσιου, στοίβαξα πολλά, σαν οι καλές γιαγιάδες στα σεντούκια της μνήμης με μεράκι και σου τα φέρνω. Χάθηκαν τα λιβάδια της παιδικής ηλικίας, χάθηκαν και ξεθώριασαν πολλά μέσα στο χρόνο, ξέφτισαν τα φανταχτερά εργόχειρα των ονείρων, η αγάπη όμως δε χάνεται. Όσο ανεβαίνεις στο χρόνο τόσο πιο πολύ βαραίνει το δισάκι σου.
Πώς στέκεσαι περήφανα, πάνω στο βράχο αράζεις,
Λες κι έχει η πέτρα σου φτερά, στο μέλλον να πετάξεις…
Μάνα με μάτια ουρανό με μια αγκαλιά μεγάλη
Μας ξεπροβόδισες με ευχή και με προσμένει πάλι.

Ώρα καλή Μίκη των Ελλήνων και όλου του κόσμου... Πέτρος Τσερκέζης.

Το 1987 μου είχε διαφυλάξει μια μεγάλη και αξέχαστη στιγμή.
Είχε έρθει στο Αργυρόκαστρο ο Μίκης Θεοδωράκης.
Βρίσκονταν στο τουριστικό ξενοδοχείο και μεταξύ άλλων
θα συνομιλούσε με καλλιτέχνες και ανθρώπους
των γραμμάτων με ειδική άδεια όμως από τις αρχές
και σε αυστηρό κλοιό από την ασφάλεια.
Δεν είχα προλάβει να βγάλω άδεια και δεν με κρατούσε
ο τόπος, ήθελα να συναντήσω πάση θυσία τον μεγάλο
μουσικοσυνθέτη. Μόλις βρήκα την ευκαιρία ξεπέρασα
τον κλοιό και μπήκα κλέφτηκα. Συστήθηκα.
Άνοιξε τα μεγάλα του χέρια και ένιωσα να με αγκαλιάζει
σαν θεός. Ακόμα μου καμπανίζουν εκείνα τα σοφά του λόγια:
Εδώ βρήκα μια μεγαλόπρεπη κοιτίδα του ελληνισμού.
Σας συγχαίρω και είμαι ευτυχής που βρίσκομαι ανάμεσά σας.
Όταν βγήκαμε οι ασφαλίτες μου κατέσχισαν τη φωτογραφική
μηχανή και έχασα τις φωτογραφίες με το Μίκη, αλλά εκείνη
η συνάντηση μου χάρισε μια στιγμή αιωνιότητας
που αποτυπώθηκε στο ποίημα
«ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ» το οποίο δημοσίευσα
στην ποιητική συλλογή «ΟΙ ΛΗΣΤΕΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ».
Σήμερα με δάκρυα στα μάτια και βαριά καρδιά αναρτώ
το ποίημα αποχαιρετώντας με δέος αυτόν τον εμβληματικό
άνθρωπο και ταλαντούχο καλλιτέχνη, αγωνιστή
της ελευθερίας και της δικαιοσύνης.
Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε την ατράνταχτη βεβαιότητα
πως ο πολιτισμός ενώνει τους ανθρώπους και τους λαούς
και θ’ αλλάξει τον κόσμο. Μια βεβαιότητα που την έκανε
πράξη με το κολοσσιαίο έργο του
που αγαπήθηκε ως κανενός άλλου.
Ώρα καλή Μίκη των Ελλήνων και όλου του κόσμου!
ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ
Στο Μίκη Θεοδωράκη

Όλοι Οι Δρόμοι... Πέτρος Τσερκέζης.

Ένας ο δρόμος για να ‘ρθω σ’ εσένα
Μοναδική η δεντροστοιχία που με κράζουν τ’ αηδόνια.
Έτοιμο το φεγγάρι να μου γεμίσει την αγκαλιά.
Χίλιοι οι δρόμοι για να ‘ρθω σ’ εσένα
Μοναδική η στιγμή να πω το σ’ αγαπώ
Μοναδική η αιωνιότητα, βασιλικός ο θρόνος.
Κοντινός ο δρόμος σαν να βγαίνω στον κήπο για ένα λουλούδι
Σαν να πηγαίνω στο ανθοπωλείο για μια ανθοδέσμη
Να τη χαρίσω στα γενέθλια της αγάπης.
Ένας ο δρόμος για να ‘ρθω σ’ εσένα
Χίλιοι οι δρόμοι που με κρατούν μακριά σου
Μια η υπόσχεση χίλιες οι καταιγίδες.
Ένας δρόμος φραγμένος, οι πύλες τ’ ουρανού κλειστές
Τι απέραντο βουνό για να σε φτάσω
Παγιδευμένη καρδιά μέσα σε πυρκαγιές.
Έρημος ο δρόμος νεκρή η δεντροστοιχία
Χωρίς κελαηδήματα αηδονιών
Χωρίς ψίθυρους, χωρίς φεγγάρι.
Πόσους αιώνες θα κουβαλάς το σταυρό στους ώμους
Τοίχος ψηλός, κεραυνοβόλημα ματιών για την απέναντι ακτή
Θάλασσα απειλή σαν χορωδία αγριμιών.
Και ξανά όλοι οι δρόμοι με οδηγούν σ’ εσένα
Σ’ εσένα ζυγίζεται η ομορφιά του κόσμου
Σ’ εσένα η προσευχή, η ελπίδα, το μέλλον.
Κόψτε με χίλια κομμάτια αν το επιθυμείτε σαν το Ορφέα
Ρίξτε με σε χίλιους ποταμούς και χίλιες θάλασσες
Ξανά θα είμαι ένα κομμάτι λίρας να τραγουδώ για σένα.
Όλοι οι δρόμοι οι αγάπες μου.

Υπάρχουν Κάποιες Αγάπες... Πέτρος Τσερκέζης.

Υπάρχουν κάποιες αγάπες
Που περνούμε πλάι τους με εγκληματική αφέλεια
Και δεν τους δώσαμε ποτέ τη δέουσα σημασία
Σαν γλάστρες στο παράθυρο της ζωής μας
Που μας χαρίζουν ρόδα
Κι εμείς δεν έχομε τη γενναιοδωρία
Να τους χαρίσομε μια δροσούλα χαμόγελου
Δεν τους ψιθυρίσαμε ποτέ στο κοχύλι του αυτιού
Τραγουδιστά την τόσο εύκολη και δύσκολη λέξη «σ’ αγαπώ!»
Υπάρχουν κάποιες αγάπες σοφές, χάδι στοργής
Στο μαρμαρογλυφείο της καθημερινότητας,
Αθώες μαργαρίτες που φτιάχνουν το πορτρέτο της άνοιξης
Και δεν τις βλέπομε, τις προσπερνούμε
Ρέουν μέσα από τα δάχτυλά μας σαν το νερό
Και ξεδιψούν τις στιγμές μας
Κάτοπτρο προσδοκίας, είδωλα λατρείας
Και δεν τα προσέξαμε ποτέ
Πουλιά του ουρανού μας
Και ξεχνάμε το κελάηδημα τους.
Υπάρχουν κάποιες αγάπες αόρατες πεταλούδες
Που δεν τις άγγιξε ποτέ η αυταπάτη
Που ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα του βίου μας
Αρκεί να μας αγγίξει ένα νυχάκι ανησυχίας
Ή να μας τσιμπήσει ξαφνικά ο πόνος
Για να θυμηθούμε την ύπαρξή τους
Για να νιώσουμε την τρεμούλα
Για να μας αρπάξει στα αιχμηρά κέρατα ο ταύρος
Και το ελάφι να καλπάζει στους οφθαλμούς
Και νε μένουμε με τα χείλη κολλημένα στην προσευχή.
Υπάρχουν κάποιες στιγμές
(μη, μην τα πετάς από παράθυρο τα άνθη
Που μάδησε η λησμονιά).
Είναι κάποιες μικρές στιγμές
Που μοιάζουν με εκκλησάκια αγαθοσύνης
Αλλά είναι ναοί της αιώνιας πίστης
Και τις ξεχνούμε, της αγνοούμε.
Είναι κάποιες αγάπες με φτερά αυταπάρνησης
Πανσέληνος για όλες τις νύχτες μας
Που ανατριχιάζουν από φόβους
Στην αβεβαιότητα των καιρών
Και τότε καταλαβαίνομε την αξία τους
Όταν φτάνει η στιγμή του απολογισμού.
Είναι κάποιες αγάπες που τις δικαιώνει ο χρόνος
Που δεν κρατούν ποτέ κακία
Που ξέρουν να συγχωρούν
Και συνθέτουν το διαμαντένιο βραχιόλι της ύπαρξής μας.

Που Είσαι Κόσμε... Πέτρος Τσερκέζης.

Τα κανόνια χτυπούν, τρόμος,
Τα αεροπλάνα βομβαρδίζουν, ερείπια
Οι πύραυλοι εκτοξεύονται, όλεθρος θάνατος
Τι χρώμα έχει η άβυσσος – φωτιά και τέφρα
Τι δύναμη η κατάρα; Καταστροφή.
Μια χώρα στάχτη, ο ήλιος μαυρίζει
Τα τανκς σπάζουν τα κόκκαλα της γης
Και η φωνή του Σεβτσένκο αντηχεί ξανά:
«Oι Γαϊδαμάκοι έσπειραν
Στην Ουκρανία σιτηρά
Τα θέρισαν τα κανόνια
Μαύρη συμφορά!»
Πυρ, πυρ, πυρ
Και αίμα, αίμα, άιμα
Και χαλασμός
Έρημος, θάνατος
Ο ουρανός βρέχει βόμβες
Βρέχει θάνατο
Και πυρ, πυρ, πυρ
Η γης καίγεται, η θάλασσα φλέγεται,
Ποιο καταφύγιο θα σε κρύψει
Καημένε μου άνθρωπέ;
Και πυρ, πυρ, πυρ
Από τη γη, από τον ουρανό,
Από τη θάλασσα, από τις ακτές της τρέλας
Και τα βλήματα πέφτουν πάνω στο σπίτι σου
Πάνω στο σχολείο,
Πάνω στο θέατρο
Πάνω στο νοσοκομείο
Στον κήπο της άνοιξης
Και στην αυλή μου
Φτάνουν σε κάθε γωνιά της γης
Σκοτώνουν μια χώρα,
Σκοτώνουν την ελευθερία
Ξεριζώνουν το δέντρο της φυλής
Και το φιλί της αγάπης.
Ένα βόλι σκοτώνει πολλές καρδιές
Πίσω φλόγες και βόμβες
Και μπροστά η κατάρα της προσφυγιάς
Σε σκοτώνουν, άνθρωπέ μου,
Οι πολεμόχαροι θεοί
Οι έμποροι του θανάτου
Μας τραυματίζουν
Κι εσένα κι εμένα
Και τον ήλιο
Εκείνοι μεθούν με αίμα αθώων κι εσύ κοιμάσαι
Σκοτώνουν το χαμόγελο του παιδιού
Το τριαντάφυλλο της γης
Το χαμόγελο της ζωής
Σκοτώνουν το μέλλον.
Με τη επιδέσμους θα δέσει
τις πληγές η ανθρωπότητα
Και πώς μπορείς να ξαπλώσεις ξανά
Στο μαξιλάρι της γαλήνης σου, κόσμε αμαρτωλέ,
Πώς θα καθίσεις στο τραπέζι της χαράς
«Το να ζεις στην ελευθερία - και να κοιμάσαι –
είναι πιο τρομερό».
Καίγεται η στέπα, ένας Δνείπερος πλημυρίζει αίμα
Πού είσαι, κόσμε; Τύφλωσες τα μάτια της μνήμης
Και κάνεις το ύπνο του δικαίου,
στον ίσκιο του δαφνόδεντρου
Δε νιώθεις το αίμα να πιτσιλίζει το πιάτο σου
Δε νιώθεις τον πόνο να τρυπάει την καρδιά σου
Ο πόλεμος χτυπάει την πόρτα σου!
Πού είσαι, κόσμε;