Την πρωτοείδα.
στη μισοσκότεινη σάλα κάποιου Αμερικάνικου
πανδοχείου της ανατολικής ακτής.
Μελαγχολικά δωμάτια, διάδρομοι σκοτεινοί
και σκιές που χειρονομούσαν απόκοσμα,
μ'έστειλαν στο παράθυρο να τραβήξω
τη κουρτίνα.
Έξω ψιχάλιζε ακατάπαυστα.
Ο δρόμος ήταν γεμάτος λάσπη ανία
και συντριβή.
Πέρα στη στάση του λεωφορείου,
ένας εργάτης σκούπιζε ανόρεχτες ώρες.
Πρωινό Κυριακής που το έπνιγε μια αλέα
γεμάτη σκουριές βρώμα και πλίνθινες μάντρες.
Μικρές στιγμές, αδύναμα συναισθήματα
πεισμωμένα αδιέξοδα κι ανατριχίλα,
έστειλαν τα μάτια μου να πέσουν
επάνω της.
Το βαρύ φως με βοήθησε να δω
τ'αχτένιστα μαλλιά, το φθαρμένο φόρεμα,
το πληγωμένο βλέμμα.
Στα χέρια της κρατούσε ένα ημερολόγιο
γεμάτο μάταιες ημέρες.
Με κοίταξε με ύφος αγρύπνιας,
προσπαθώντας αδέξια
να κρύψει την άχρηστη θλίψη της.
Ένα τσιγάρο,
στάθηκε αιτία ν'ακούσω τη φωνή της.
μια φωνή που θύμιζε σπασμένα γυαλιά
καβγάδες και βλαστήμιες.
Θυμάσαι;







