Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μ. ΚΑΣΤΕΛΗΣ.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μ. ΚΑΣΤΕΛΗΣ.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Θυμάσαι;... Μανος Καστελης.

Την πρωτοείδα.
στη μισοσκότεινη σάλα κάποιου Αμερικάνικου
πανδοχείου της ανατολικής ακτής.
Μελαγχολικά δωμάτια, διάδρομοι σκοτεινοί
και σκιές που χειρονομούσαν απόκοσμα,
μ'έστειλαν στο παράθυρο να τραβήξω
τη κουρτίνα.
Έξω ψιχάλιζε ακατάπαυστα.
Ο δρόμος ήταν γεμάτος λάσπη ανία
και συντριβή.
Πέρα στη στάση του λεωφορείου,
ένας εργάτης σκούπιζε ανόρεχτες ώρες.
Πρωινό Κυριακής που το έπνιγε μια αλέα
γεμάτη σκουριές βρώμα και πλίνθινες μάντρες.
Μικρές στιγμές, αδύναμα συναισθήματα
πεισμωμένα αδιέξοδα κι ανατριχίλα,
έστειλαν τα μάτια μου να πέσουν
επάνω της.
Το βαρύ φως με βοήθησε να δω
τ'αχτένιστα μαλλιά, το φθαρμένο φόρεμα,
το πληγωμένο βλέμμα.
Στα χέρια της κρατούσε ένα ημερολόγιο
γεμάτο μάταιες ημέρες.
Με κοίταξε με ύφος αγρύπνιας,
προσπαθώντας αδέξια
να κρύψει την άχρηστη θλίψη της.
Ένα τσιγάρο,
στάθηκε αιτία ν'ακούσω τη φωνή της.
μια φωνή που θύμιζε σπασμένα γυαλιά
καβγάδες και βλαστήμιες.
Θυμάσαι;

Ο κήπος των φεγγαριών... Μανος Καστελης.

ΚΥΡΙΑΚΗ
Ώρα που ραγίζουν τα κρύσταλλα.
Ακόμα μοσχομυρίζουν της νύχτας
τ’ αναφιλητά.
Όσο κι αν έψαξε,
δε βρήκε ένα όνειρο που να εφάπτεται
με την πραγματικότητα.
Ολόγυρά του χόρευαν ξεδιάντροπα
οι ψευδαισθήσεις
κι αυτός...χειροκροτούσε.
ΔΕΥΤΕΡΑ
Στόμα πικρό, βαριά τσιγάρα.
Οι πιο όμορφες αναμνήσεις σκοτώθηκαν
πίσω από χειμωνιάτικα τζάμια.
Είδε τη ζωή του να τρέχει με τις πρωινές
εφημερίδες,
στις αφετηρίες των αστικών λεωφορείων.
Οι θέσεις σε παράθυρο,
πάντα του έδειχναν που σκότωναν
τα παιδικά του όνειρα,
τον χρόνο τους.
ΤΡΙΤΗ
Τον είχαν άχτι τα πλήκτρα της.
Οι ώρες της,
έσταζαν φαρμάκι στα ρούχα του,
δημιουργώντας λεκέδες απόγνωσης.
Που να πάει;
Που να σταθεί;
Του είχε απαγορεύσει η εμπιστοσύνη
ν’ αγκαλιάζει τους ανθρώπους.
Για να ξεφύγει από την ήττα του δειλινού,
κρύφτηκε στα δυτικά προάστια,
σ’ ένα καφενείο που δε χωρούσε.
ΤΕΤΑΡΤΗ
Έξω σκουριά λάσπη και αδιαφορία.
Άργησε η αγάπη και το ποτήρι γέμισε
με άδεια χρόνια.
Διάλεξε μια ώρα σιωπηλή για να διακοσμήσει
το πέτο του,
κι έφυγε.
Τον κατάπιε το εργοστάσιο.
Η ρουτίνα.
Ο μόχθος.
Το χειροκρότημα της αποτυχίας.
ΠΕΜΠΤΗ
Άνοιξε τα παράθυρα.
Χλωμό πρωινό.
Σιωπή.
Καμιά υπόμνηση πόνου.
Μυρωδιά βροχής.
Πώς γέμισε ο δρόμος με τόσο ξεπεσμένο
αέρα;
Ώρα να βγει να κυνηγήσει
υπερτιμημένα μηδενικά.
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Πλύθηκε από συνήθεια.
Ο άνεμος στα παράθυρα ούρλιαζε τα ξένα
μυστικά του.
Είδε τα πράγματά του να κλαίνε.
Πάνω στο τραπέζι, ένα κομμάτι ψωμί
κι ένα γράμμα από εκείνη που του μίλησε
κάποτε γι’ αγάπη.
Μια εκδρομή στις γκρίζες πολιτείες ματαιώθηκε.
Ασφυξία.
Πλήξη.
Έτριβε τα χέρια της η τραγωδία.
ΣΑΒΒΑΤΟ
Ατάραχο πρωινό.
Άκουσε χαμογελώντας τα βήματα του Θεού
ν’ απομακρύνονται.
Οι σκιές, πέρασαν απ’ τον καθρέφτη και του ‘στειλαν
χαιρετίσματα.
Όλη τη νύχτα πάνω σε πράσινα χαρτιά ζωγράφιζε ανθρωπάκια
για να τα χαρίσει σε μοναχικά παιδιά
Καταδικάστηκε ωστόσο από το πεπρωμένο του
για εσχάτη προδοσία.
Βράδυ Σαββάτου κι αυτός,
απλός θεατής μιας ξένης εβδομάδας.

Η Γυναίκα Των Ερειπίων (Αφήγηση)... Μανος Καστελης.

...Άκου φίλε:
Όταν σε είδα, μου φάνηκε πως βρήκα τον θεό που μου έλειπε.
Μίλησες κι ήταν σαν ν' άκουσα ψίθυρους από φαράγγια
Δάση και ακροθαλασσιές.
Κι ύστερα... Γύρισες και με κοίταξες.
Αυτό ήταν. Μάθε λοιπόν πως στον λαχανόκηπο που διάλεξες
να περάσεις τη νύχτα σου, η φύση έχει πεθάνει.
Εδώ φίλε δεν είναι διδασκαλείο.
Γύρισε στο καράβι σου και μη σκορπίζεις λόγια
πάνω σε άπλυτα τζάμια.
Αν φύγεις,
Ο πόλεμος της ψυχής μου θα συνεχίζεται.
Αν μείνεις, βολέψου όπως μπορείς ανάμεσα στα
σπασμένα πράγματα που υπάρχουν γύρω σου και άκου:
Ήταν μια νύχτα που είχαν ανοίξει οι έβδομοι ουρανοί κάνοντας
τις υδρορροές αδιάλειπτα να μουρμουρίζουν. Κουρασμένη
από τις κακές φωνές και τα ψιθυρίσματα του σπιτιού,
Έριξα 'πάνω μου ένα παλτό ραμμένο από μαύρα μεσάνυχτα
και βγήκα έξω.
Για να προκαλέσω το θέαμα να μου δείξει τις δυνατότητες του,
πήρα μια βαθιά ανάσα κι έβαλα μια φωνή τόσο δυνατή,
που ο κόσμος βγήκε στον δρόμο με τα εσώρουχα.
Αγνοώντας τις απελπισμένες φωνές του θεού στον ουρανό,
άφησα τα νερά της βροχής να με φυγαδέψουν.
Μαζί μου ήρθαν μόνο οι μυρωδιές του νάρδου και της αζαλέας
που με συνόδεψαν μέχρι εκεί που μ'αγκάλιασαν
οι χειμωνιάτικες θάλασσες.
Πίσω μου άφησα έναν κόσμο που πήγαινε μονάχα στις κηδείες
Κι έναν δρόμο βαθύ που χωρίς να περπατάει
κανένας, άκουγα βήματα.
Από 'κείνη τη νύχτα, τον λόγο πήρε το πεπρωμένο μου
που μέχρι τότε αδιαφορούσε ολότελα.
Αυτό μου έδειξε προς τα που έπρεπε να τρέξω για να
συναντήσω τις ατυχίες μου.
Ήταν θυμάμαι χαράματα όταν τα νερά της βροχής με άφησαν
στην άκρη ενός δρόμου που μύριζε άσχημα.
Η σκιά μια γυναίκας αγέλαστης ήρθε και με σήκωσε όρθια.
Όταν κατέβηκα τα σκαλοπάτια είδα την αρχή
και το τέλος της μοίρας μου να σκοτεινιάζει.
Φθαρμένοι άνθρωποι που έβαφαν την ξεπεσμένη ζωή τους
με κόκκινα αυγά με υποδέχτηκαν χαμογελαστοί μπροστά
σε οργανωμένες ενέδρες.
Δε θυμάμαι το βράδυ εκείνο πόσα όχι ξεστόμισα μέσα σ' ένα
περιβάλλον που οι εκποιήσεις συνειδήσεων ευδοκιμούσαν.
Ο καταιγισμός των δακρύων άφησε ασυγκίνητα
τ' αφεντικά της σαπίλας.
-Θέλεις τσιγάρο;

Η Απάντηση... Μάνος Καστλελης.

Αγαπητέ μου, μόλις χθες παρέλαβα
την επιστολή σας στα χέρια μου.
Διαβάζοντάς την πρόσεξα πως οι λέξεις
που επιλέξατε να με συγκινήσουν
κακοποιήθηκαν βάναυσα
από έναν υπέρμετρο εγωισμό.
Τρόμαξα να τις περιθάλψω.
Παρότι χρησιμοποιήσατε ακριβές λέξεις
σας πρόδωσε το φτηνό χαρτί και η κακής
ποιότητας μελάνη που αδυνατούσε να κρύψει
την ρηχή ερωτική σας διάθεση.
Τα σημεία στίξης και οι τόνοι
κυρίως, μου προκάλεσαν
μία αναγνωστική σύγχυση
άνευ προηγουμένου.
Τα κόμματα έθεσαν σε κώμα
κάθε ίχνος συμπάθειας.
Τ’ αχρείαστα διαλυτικά σας,
διέλυσαν κάθε ενδιαφέρον.
Περισπωμένες και οξείες, δημιούργησαν
μία οξεία αντιπαράθεση γραμματικής
και νοηματικής απόδοσης.
Ενώ η χαριστική βολή στην
δόλια ανεκτικότητα μου,
ήταν η τελευταία τελεία πριν
από την ολοκλήρωση
της τελευταίας φράσης.
Θα κρατήσω την μουτζούρα
της ταχυδρομικής σφραγίδας
πάνω στο γραμματόσημο.
Στους πολύβουους δρόμους της ζωής,
θα είναι αυτή που θα εγγυάται,
διατηρώντας απόσταση
ασφαλείας από πιθανή
«και όχι» τυχαία συνάντησή μας.

Στις σιωπές των αιώνων... Μάνος Καστέλης.

Ενα το τραπέζι οι συνδαιτυμόνες δύο.
Οι ανάσες δύο ένα το φιλί.
Μία η νύχτα δύο τα όνειρα.
Τα χέρια τέσσερα μία η αγκαλιά.
Δύο οι καρδιές μία η αγάπη.
Τα δάχτυλα είκοσι οι βέρες δύο.
Ένα το σπίτι δύο οι ζωές.
Οι σόλες τέσσερις ο δρόμος ένας.
Μία η θέα τα μάτια τέσσερα.
Τι όνομα είχε εκείνη η ημέρα;
Θυμάσαι;
Τη νύχτα θυμάμαι.
Το κόκκινο κρασί,
και την ώρα που πήραν φωτιά
Τα πέλαγα.

Η Συνέχεια Μιας Τραγωδίας... Μανος Καστελης.

Συναντηθήκαμε μια νύχτα του περασμένου χειμώνα.
Εγώ σεργιάνιζα τη θλίψη μου που ζήταγε επίμονα αέρα,
κι εκείνος στην αποβάθρα του λιμανιού ξεχασμένος
κοιτούσε τα ταραγμένα κύματα της απόδρασης.
Πλησίασα κι ευγενικά του ζήτησα φωτιά.
Μία φωτιά που στάθηκε αδύναμη ν ανάψει ένα τσιγάρο.
-Τί θέλει μια γυναίκα ανάμεσα σε τόσους νεκρούς; με ρώτησε.
-Οι νύχτες με προστατεύουν να μην αντικρίζω το χάος, του απάντησα.
-Είμαι ξένος, μου είπε.
Κατάγομαι από μια συνοικία που βρώμαγε μοναξιά.
Γεννημένος ανάμεσα στα πόδια μιας οροσειράς,
που άφηνε τις πέτρες να κατρακυλάνε ανεξέλεγκτα.
Έχω τραφεί με στεγνά ποτάμια και αδιάβατα πέλαγα,
φυτεύοντας φθινόπωρα σε υγρά ξένα χωράφια.
Παιδικές αναμνήσεις με καταδιώκουν από πόλη σε πόλη.
Διαρκώς απειλούμαι από τα χαιρετίσματα μιας μαύρης ζωής.
Πάσχω από μια χρόνια διαταραχή λέξεων και νοημάτων
κι αναζητώ ένα σπίτι που να έχει σκόρπια αναίμαχτα όνειρα
ξεχασμένα στις υπαίθριες κρεβατοκάμαρες των θεών.
-Η ζωή είναι η αντανάκλαση του τίποτα, του είπα συγκλονισμένη.
Αν μυρίζει ο κόσμος μου ιώδιο, είναι γιατί οι βαθιές πληγές,
αποτυπώθηκαν στα δάκρυα και στα γέλια μου.
Το θρόισμα ενός περαστικού κάποτε,
με βοήθησε να σπάσω τους μεντεσέδες που συγκρατούσαν
τους ξεφλουδισμένους τοίχους της φυλακής μου.
Έχω δραπετεύσει από ετοιμόρροπες κρεβατοκάμαρες αμέτρητες φορές
κι έχω διωχθεί απ’ τη ζωή που ήθελα να ζήσω άλλες τόσες.
Ρωμαλέα αγόρια με χαράκωσαν καθώς έβλεπα στα ερωτικά μάτια τους να κηδεύονται τα κύτταρά μου.
-Ο καθένας έχει τη νύχτα του, μου είπε.
-Ο καθένας έχει τις άγριες φωνές του, απάντησα.
Κούνησε το κεφάλι του και με μάτια που έσταζαν ποτάμια,
μου είπε:
-Φεύγω. Και όπως πάντα θα πάω προς τα δω
που οι πινακίδες γράφουν απαγορεύεται.
Εγώ δεν είχα προς τα που να του δείξω
κι έμεινα εκεί να τον κοιτώ ν’ απομακρύνεται
τρεκλίζοντας σαν μεθυσμένος.
Και τότε, με φωνή που δεν ήταν η δική μου, του φώναξα:
-Να είσαι ευτυχισμένος αγάπη μου δίχως όρια.
Κι αν κάποια νύχτα συναντήσεις τη νύστα μου,
ζήτα της να σου δείξει τα όνειρα μου.

Τρίμματα... Μανος Καστελης.

Είχε καθυστερήσει το μέλλον και τους είχε κουράσει
το παρόν.
Το παρελθόν το είχαν αφήσει ασυγκίνητοι να χαθεί
στο βάθος μιας μακριάς νύχτας.
Ζεστές ανάσες και παγωμένες στιγμές
είχαν μοιραστεί δίκαια.
Πρώτη έφυγε εκείνη για να προλάβει
χαμένους καιρούς.
Εκείνος αφού πλήρωσε, σηκώθηκε φόρεσε το παλτό του
και βγήκε στο δρόμο πάμπτωχος γυμνός
και διαλυμένος.
Ό, τι απόμεινε σ' εκείνο το τραπέζι της συντριβής,
ήταν δύο ποτήρια νερού, ένα πιατάκι με τρίμματα
κι ένας ανέγγιχτος καφές που 'χε κρυώσει.

Το Χρώμα Της Τραγωδίας... Μάνος Καστέλης.

Εσείς που κάψατε τα βιβλία μου στους δρόμους
τραγουδώντας,
ώρα καλή να έχετε
τώρα που θα σαρώνετε με τις σπαρμένες
σιωπές τα χωράφια σας
και θα βλέπετε τον άνεμο να κλέβει τη σοδειά σας.
Ώρα καλή σε σας
που τρομάξατε τις ανεμώνες με τις φλόγες σας
σκεπάζοντας τον ουρανό μου με καμένες λέξεις.
Μα τώρα έχω τούτο να πω:
Μη χαριεντίζεστε με τους ιδιοκτήτες σας
που σας ταΐζουν θεάματα θολά
και φτηνά βιβλία.
Μην ακολουθείτε το κράτος του ζόφου.
Εναντιωθείτε στα ξένα κυβερνεία και φωνάξτε
ν’ ανατριχιάσουν τ’ αγάλματα με τις κραυγές σας.
Κι αφού συγκεντρωθείτε εδώ στις άσπρες πέτρες,
φιληθείτε!
Ναι φιληθείτε. Όπως στον ουρανό τα σύννεφα.
Όπως τα πουλιά στα δέντρα.
Και τρέξτε ύστερα ν’ ανοίξετε τα σπίτια σας να μπει αέρας.
Να μπούνε οι δρόμοι, οι λέξεις, τα συνθήματα.
Γιατί όποιον δρόμο και να πάρετε,
θα συναντήσετε τ’ όνειρο μου
που σας μιλάει ακατάπαυστα
γι’ αυτό που θέλετε ν’ ακούσετε.
Γιατί του λείπει αυτό που σας έλειψε.
Γιατί πνίγεται εκεί που έχετε βουλιάξει.
Σε σας λοιπόν που κάψατε τα βιβλία μου
στους δρόμους θριαμβολογώντας,
έχω τώρα τούτο να πω:
Άλλο δεν ήθελα,
από το να σας χτίσω μια γειτονιά με μουσικές λέξεις,
ζωγραφισμένες από πλανόδιους καλλιτέχνες
που θα απεικόνιζαν την αθωότητα.
Μια γειτονιά που να ‘χει το άδειο βλέμμα σας
απέραντα τοπία για να τρέξει.
Μια γειτονιά που οι έξι μέρες της
θα παραχωρούσαν τις ώρες τους στην εβδόμη.
Μια γειτονιά που θα σας χάιδευαν τα μαϊστράλια της
με ακούσματα πελαγίσιων κυμάτων
και οι κήποι της με το χνούδι των λουλουδιών τους,
Μια γειτονιά με περιστερώνες λιόδεντρα και μαστιχιές,
με κλήματα, μπαχαρικά και γύρη.
Κι αφού θα την έντυνα με τα επτά χρώματα,
θα τη ράντιζα με φλογερά τραγούδια ερωτευμένων ανέμων.
Μα σεις, αρχίσατε νωρίς το κλάδεμα της αγάπης
ρίχνοντας τα λόγια μου στις καινούργιες φωτιές
των σκοτεινών χρωμάτων.
Παραδοθήκατε στη γοητεία του βάλτου
για να παρακολουθείτε τώρα τους καπνούς,
τις στάχτες και τα σκούρα φώτα που τρεμοσβήνουν.
Και τώρα,
έχω τώρα τούτο να πω σε σας
που κάψατε τα βιβλία μου στους δρόμους:
Μη κόβετε τα δάχτυλα που γράφουν.
Γιατί δε θα μπορώ να μπολιάσω τις αγριοκερασιές
των ονείρων σας.
Δε θα μπορέσω να διακόψω την μετάγγιση
της νύχτας στις φλέβες των παιδιών σας.
Και άοπλα θα τ’ αφήσετε μέσα σε ψυχρές σχολικές
αίθουσες να ρεμβάζουν τη θολούρα του κόσμου,
μαθαίνοντας στωικά το αποτρόπαιο
χρώμα της τραγωδίας