Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ. ΧΑΛΑΖΩΝΙΤΟΥ.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ. ΧΑΛΑΖΩΝΙΤΟΥ.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Χάνομαι Κάθε Βράδυ... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Στις σκέψεις μου βυθίζομαι
χάνομαι κάθε βράδυ
τι κι αν φέγγει η χαραυγή
μένω μες στο σκοτάδι.
Κι αν τη ζωή περπάτησα
πέρασα τα σαράντα
έμεινα άδεια μοναχή
σκόρπια ριγμένη χάντρα.
Μακάρι να ‘μουνα πουλί,
να υψώνομαι σαν κύμα,
να παίρνω του ανέμου το φιλί
της θάλασσας αλμύρα.
Μακάρι να ‘μουνα φτερό,
στον αέρα να σκορπίσω
βράχος βαρύς ακλόνητος
το κύμα να κρατήσω.
Τις άυπνες νύχτες ψηλαφώ
ψάχνω να βρω σημάδια,
ψάχνω να βρω τι έφταιξε
και νιώθω τόσο άδεια.
Όσες αγάπες πέρασαν
δε γέμισαν τα μάτια,
έχτισαν πύργους χάρτινους
της άμμου τα παλάτια.

Όλα δικά σου... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Πίσω από νοτισμένα τζάμια, θολά από αχνιστές ανάσες,
μετράς μνήμες, που σαν ταξιδιώτες διαβαίνουν αφήνοντας
πορφυρόμαυρες αποχρώσεις, γλυκόπικρες γεύσεις.
Ποιος να σταθεί να δει; Ποιον τον νοιάζει, πόσο ζυγιάζει
κάθε μια; Τις έζησες, τις νοσταλγείς, τις δάκρυσες,
όλες κομμάτια ζωής.
Όσα ήθελες, πρόσμενες, όσα ελπίζεις να έρθουν,
αυτά που προσπέρασες, όσα ποτέ δε θα έρθουν.
Όλα δικά σου, τόσο εσύ. Σηκώνεις το ποτήρι και πίνεις
για τη στιγμή που έζησες, για αυτή που δεν τόλμησες
να ζήσεις, για όσες ονειρεύτηκες, για εκείνες που ήταν
οφθαλμαπάτες, γι' αυτές που θα ζήσεις από εδώ και πέρα,
για όσες ποτέ δεν θα έρθουν αλλά τις περιμένεις,
για μια στιγμή, για μια ζωή.

Φεγγάρι μου... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Πανσέληνος στέκει ψηλά
και όλα ησυχάζουν,
μα μέσα στη βαθιά νυχτιά
δυο μάτια με κοιτάζουν.
Είναι τα μάτια της ψυχής
που πάλι ξαγρυπνούνε,
δείχνουν τους δρόμους μιας ζωής,
για κείνη ξενυχτούνε.
Φέξε φεγγάρι μου χλωμό,
φέξε μες στη ψυχή μου,
δείξε μου τόπους καθαρούς
δρόμους για τη ζωή μου.
Πάλι στέκεις εκεί ψηλά
ολόγιομο φεγγάρι,
όνειρα φέρνεις απ' τα παλιά
μορφή δεν έχουν πάρει.
΄Ονειρα, αγάπες που 'σβησαν
στη χάση της σελήνης
και μόνο να πάρουν θέλησαν
ψυχή και φως εκείνης.
Φέξε και πάλι δυνατά
τα μάτια μου δε κλείνω
και όσες πίκρες και να 'ρθουν
ψυχή δε παραδίνω.
Φεγγάρι μου και αν χαθείς
κι απ' αύριο αργοσβήνεις,
πάλι θα έρθει η στιγμή
πανσέληνος να γίνεις.

Αέρας... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Αέρα φύσηξε βοριάς
πάγωσε τη ψυχή μου
νέκρωσε κάθε κύτταρο
βαθιά στην ύπαρξή μου.
Αέρας λίβας κυβερνά
το νου τη θέλησή μου
πόθους και όνειρα ξυπνά
που καίνε το κορμί μου.
Αέρηδες δυο κυριαρχούν
μέσα μου με σαρώνουν
η λογική και οι πόθοι μου
μ' ορμή με μαστιγώνουν.
Βοριά μου πια ημέρεψε,
γλύκανε, άφησέ με,
λίβα μου έλα κάψε με
πάρε με λύτρωσέ με.
Αέρηδες φυσούν το είναι μου,
τρελά με παρασέρνουν
μνήμες, πόθοι και φωτιές
βαθιά αργανασαίνουν.

Η Ζωή Είναι Ένα Ταξίδι... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Τυχοδιώκτες του τώρα, με την εμπειρία του πριν, ελπίζοντας
σε ένα μοναδικό αύριο που θα κρατήσει για πάντα.
Ατέλειωτες διαδρομές, στον παρόντα χρόνο που ήταν
μέλλον χτες και θα είναι παρελθόν αύριο. Διαδρομές και
αναμονές, γεμάτες προσμονές στο ποθητό της ψυχής μας.
Καρτερώντας τη μία και μοναδική στιγμή του τώρα, είδαμε
δεκάδες φυλλοβόλα δέντρα γεμάτα ώχρες να σκορπίζονται
στον αέρα και περάσαμε άλλα τόσα καλοκαίρια με το
γουργούρισμα της θάλασσας μετρώντας άστρα και απώλειες.
'Ενα ταξίδι και μια αναζήτηση με στιγμές, βαμμένες άλλοτε στα
χρώματα της ανοιξιάτικής μέρας και άλλοτε της βαρυχειμωνιάς.
Ζητώ, αναζητώ και στα αζήτητα γυρνώ, χωρίς συζήτηση
τι κι αν υπάρχει ζήτηση.

Όλη σου η Ζωή μια Ζαριά... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Δεν είχα ποτέ τίποτα από εσένα και εσύ είχες τα ζάρια.
Έριχνες και ξαναέριχνες και προχωρούσες.
Όλη σου η ζωή μια ζαριά. Περνούσες, προσπερνούσες, ψυχές
κι αγκαλιές, σε ένα παιχνίδι χωρίς τελειωμό, με λόγια αέρας
καυτός, φύλλα σκόρπια. Μια ατελείωτη αναζήτηση της χαμένης
αθωότητά σου, της άδειας καθημερινότητας σου.
Θηρευτής και θήραμα ταυτόχρονα, εν αγνοία σου. Ψάχνοντας
νερό λήθης, πιάστηκες στη δική σου παγίδα και ένιωσες!
Έκπληκτος, χωρίς να το περιμένεις . Μέγας τρόμος,
να αισθάνεσαι εκεί βαθιά, κάτι να τρέμει, να ανασαίνει.
Από τι; Από αυτό που προσπέρασες, πλήγωσες, άπειρες φορές,
γιατί το νόμισες λίγο. Κρύφτηκες τρέχοντας, πάλι πλησίασες
και ξανακρύφτηκες με εγωισμό και σιωπή.
Πώς γίνεται στο κυνήγι των κορμιών η ψυχή να παραδοθεί
σε αυτό που δεν έζησε, παρά μόνο φευγαλέα άγγιξε, σε ένα
φιλί αποχωρισμού. Ξέρεις υπάρχουν κάποια μικρά, στιγμές,
που δεν τις ζυγιάζεις σωστά, λέγοντας σαν όλες τις άλλες είναι,
τόσο ίδια ασήμαντες και όμως, είναι οι εξάρες της ζωής σου!!!

Όταν πονάει η ψυχή σου... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Όταν σαν παιδί χτυπούσες και πονούσες ή αρρώσταινες,
έλεγε η μάνα σου:
- Δείξε μου που πονάει να το φιλήσω και θα περάσει,
θα σε κάνω και μια σφιχτή αγκαλιά και όλα θα φύγουν.
Και εσύ την πίστευες, έδειχνες και εκείνη έσκυβε
και φιλούσε το χεράκι ή το ποδαράκι του παιδιού της
και σα θαύμα το κλάμα σταματούσε και η στεναχώρια
ξεχνιόταν σαν χωνόσουν στην αγκαλιά της.
Τώρα που μεγαλώνοντας πονάει η ψυχή σου
και είναι κλειστή, με πόσα φιλιά μπορεί να γιατρευτεί,
με πόσες αγκαλιές θα φύγει η στεναχώρια;

Σε αγαπώ είσαι δικιά μου... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

-Σε αγαπώ είσαι δικιά μου.
-Σε αγαπώ και θέλω το καλό σου,
μόνο εμένα έχεις να σε νοιάζομαι.
- Θα κάνεις αυτό που σου λέω
και θα είμαστε τέλεια μαζί.
-Σε αγαπώ συγγνώμη που σου φώναξα.
-Σε λατρεύω δεν ήθελα να σε σπρώξω.
-Είσαι η ζωή μου, δε θα σε ξαναπονέσω,
συγχώρεσε με, όλα θα αλλάξουν θα δεις.
-Μην πιστεύεις κανένα, μόνο εγώ
θέλω το καλό σου πρέπει να τα ξέρω όλα.
-Φταίω, μα η αγάπη μου είναι τόσο
μεγάλη που όταν αντιδράς χάνω
τον έλεγχο, δε θα το ξανακάνω!
-Μη, μην αντιστέκεσαι, εγώ
σε αγαπώ, μην αντιστέκεσαι!!!
-Θα κάνεις αυτό που λέω,
μην αντιστέκεσαι!!!!!
-Ωραία, ησύχασες, όλα θα γίνουν, όλα!!!
-Γιατί δε μιλάς; Μίλα μου!!!
Μίλα!!! Γιατί δε με κοιτάς;
Είσαι τόσο παγωμένη!!
-Ξύπνα!! Δεν το ήθελα,
ήταν η κακία η ώρα!!!!
-Σε αγαπώ...
Η ζωή σου είναι δική σου υπόθεση.
Τιμή σε αυτές που έγιναν θυσία
στο βωμό της" μεγάλης αγάπης".
Καληνύχτα Γαρυφαλλιά εκεί που πας
ευτυχώς δε θα σε αγαπούν τόσο πολύ!

Χάδι Αγγέλου... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Μέσα στ' αναφιλητά
πάλι ξυπνάς ψυχή μου,
τα δάκρυα κυλούν αργά
χωρίς χαρά, ζωή μου.
Φόβος το γέλιο γίνηκε
μην έρθει η θλίψη πάλι,
τα χείλη δεν χαμογελούν
τα σφίγγει το σκοτάδι.
Άγγελο ψάχνεις να σταθεί
πλάι σου για να ζήσεις,
να γίνεις πάλι δυνατή
θεριά να πολεμήσεις.
Τα χέρια να γίνουνε σπαθιά,
τα πόδια σου κολώνες,
ακλόνητη να περπατάς,
μες τους κρύους χειμώνες.
Το μόνο που αναζητάς
αγάπης ένα σημάδι,
να τυλιχτείς σε μια αγκαλιά
να νιώσεις ένα χάδι.
Δε ζήλεψες τα γήινα,
αυτά που όλοι θέλουν,
μον' ζήλεψες την αγκαλιά,
το χάδι ενός αγγέλου.

Στης μοναξιάς τα δειλινά... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Στης μοναξιάς τα δειλινά
στης ερημιάς τη δύση
και στης αγάπης το φευγιό
έχεις αλισβερίσι.
Το βήμα σου αζευγάρωτο
το χείλι σου κλεισμένο
και των ματιών το στεναγμό
τον έχεις δακρυσμένο.
Της φλέβας σου το χτύπημα
αυτί δεν αφουγκριέται
και του κορμίου το ρίγισμα
κορμί δε φχαριστιέται.
Έδωσες τόσα, στέγνωσες
στάλα δεν έχει μείνει
και της αγάπης η φωτιά
είναι σβηστό καμίνι.
Στα όνειρα τα παιδικά
πουλιά σου κελαηδούσαν
τα χείλια τα νεανικά
φιλιά τα κατοικούσαν.
Στα μισακά της η ζωή
και άδειοι ειναι οι δρόμοι
πυκνή στο βλέμμα η βροχή
και εσύ είσαι τόσο μόνη.
Πήρες αγάπης την ψευτιά,
του έρωτα την πλάνη
και τα σπασμένα σου φτερά
τώρα ποιος θα τα γιάνει;

Στου Έρωτα την Πόρτα... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Στου έρωτα την πόρτα
Παιχνίδι μες τα μάτια μου
κάνει η μορφή σου απόψε,
πάρε τα κομμάτια μου
και την ψυχή μου κόψε.
Στη θύμηση σου ξενυχτώ,
τα ανείπωτα λογιάζω,
αν είναι νύχτα, πρωινό,
ποτέ δε λογαριάζω.
Στέρφα και άνυδρη η ψυχή,
βαρύς χιονιάς την τρώει
και σαν ατάιστο πουλί
ξεσπά σε μοιρολόι.
Χρονιές κυλούν, αργοκυλούν,
ζωή που αχνοφέγγει,
με ένα λυγμό μάτια ξυπνούν
και η μέρα έτσι φεύγει.
Αταίριαστη είσαι μάτια μου
ποιος να σε καταλάβει;
Πρέπει ψυχή βαθιά να βρει,
να δει, να μεταλάβει.
Δεν τον φοβάμαι τον καιρό
που φεύγει για άλλη ρότα,
μα χάνομαι και ξενυχτώ
στου έρωτα την πόρτα.
Σε αυτόν που δεν γνώρισα,
στα μάτια δεν τον ξέρω
και μια ζωή δεν μπόρεσα
κοντά μου να τον ΄φερω.

Ησυχα... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

-Ησυχα, έτσι ήσυχα! Τίποτα δεν πρέπει να χαλάσει αυτή
την αρμονία. Ακου πως συγχρονίστηκαν παλμοί και ανάσες.
Τι να πεις όταν ζεις σαν ένας!
-Μπορεί να γίνει;
-Δεν ξέρω ποιος μπορεί να κάνει την υπέρβαση.
το μόνο που ξέρω είναι πως δεν σκλήρυνα. Δεν σκλήρυνα
ό,τι και αν μ’ αντάμωσε.
Ακόμα ονειρεύομαι, πληγώνομαι και ξανά ονειρεύομαι και αυτό
είναι δικό μου, κανείς δεν μπορεί να το πάρει. Δεν στέγνωσα.
-Κι αν ποτέ δεν γίνει;
-Το να μπορείς να βαδίζεις και το πάτημα σου να μην τρέμει,
το να ξεμακραίνεις και ν’ αφήνεις τα ίχνη σου στην άμμο της
ζωής, είναι η αμοιβή σου.
Κανείς δεν προδιαγράφει τίποτα και κανείς δεν κρατάει τη ζωή,
αν δεν έχει ζωή να δώσει.
Αυτό που μένει είναι απελπισία γι' αυτό που ξεγλίστρησε
από χέρι αδύναμο.

Κορμί μου... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Κορμί μου τι αναζητάς;
Γιατί λυγάς τα βράδια;
Γιατί με ρίγος αγρυπνάς;
Ποιου λαχταράς τα χάδια;
Να ΄σουν το πρωινό του φως
τα μάτια σα θ΄ ανοίξει
και το τσιγάρο το βαρύ
που πρώτο θα καπνίσει.
Κορμί μου μη παιδεύεσαι,
Γύρε κι αποκοιμήσου,
Αυτός που τόσο αγαπάς
Δεν είναι πια μαζί σου.
Να ‘σουν στα χείλη του πνοή,
αέρας να μυρίσει,
να δει του πόθου την ορμή,
να ‘ρθει να σε φιλήσει.
Κι αν τώρα εκείνος χάνεται
σε αγκαλιές και χάδια,
μόνος όταν ξενυχτά
δικά σου μετρά σημάδια.
Είσαι στα μάτια του το φως,
το ρίγος στο κορμί του,
φωτιά που καίει τα χείλη του
ψίθυρος στην ψυχή του.

Ψυχή Μου... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Μες το ταξίδι που ζωή άλλοι το καλούνε,
μάτια το μέσα να κοιτούν λίγοι τα θωρούνε,
χέρια που αγγίζουν δυνατά ακόμα και στον πόνο
χείλη που σε γλυκοφιλούν κι ας έχουν θλίψη μόνο.
Πόσοι με λόγια και τιμές για αγάπη σου μιλούνε
μα σαν έρχονται τα δύσκολα την πλάτη σου γυρνούνε?
Τότες φαίνεται η ψυχή, ψυχή μου που σου μοιάζει
όταν στο ψέμα μένει ορθή και πιο σφιχτά αγκαλιάζει.
Αυτός που έχει τη δύναμη ψυχή να παραδώσει
και τα δικά του τα στοιχειά με μιας να τα σκοτώσει,
αυτός, μπορεί να ευλογηθεί στη γη να αγκαλιάσει,
άλλη ψυχή αληθινή και να ΄ρθει να αγαλλιάσει.
Είναι περήφανο πουλί στα στήθια η ψυχή μου
κι όποιος αντέχει την κρατά, ψηλοπετά μαζί μου.
Μα αν την αλήθεια φοβηθεί και πάψει να παλεύει
τότε για πάντα στη ζωή ψυχή θε να γυρεύει.
Και αν δακρύζεις και πονάς για ότι σε παιδεύει
να 'σαι ψύχη μου περήφανη κανείς δε σε αγριεύει,
γιατί ξέρεις ψηλά να φτερουγάς κι αγάπη να σκορπίζεις
και σ' όσους σε πλήγωσαν πολύ συγχώρεση χαρίζεις.
Πέτα ψηλά ψυχούλα μου μη μένεις κρατημένη
κι αν είσαι τώρα μοναχή η αγάπη περιμένει.
Μια αγάπη που δε θα φοβηθεί σιμά σου να πετάξει
και να σταθεί στο πλάι σου χωρίς να σε δαμάσει.

Ώρα να γλυκάνεις... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Φύσα, φύσα, ξέρεις, έτσι γλυκά, ίσα να σπρώχνεις
προς τα πάνω την ψυχή.Καιρός να τελειώσει ο χειμώνας.
Δεν κουράστηκες τόσο καιρό να ανεμοδέρνεις ό,τι
στεκόταν στο διάβα σου;
Ώρα να γλυκάνεις, να χαϊδέψεις μαγούλα, βλέφαρα,
χείλη τρυφερά, που με λαχτάρα προσμένουν αυτό το χάδι.
Τόσο απλή κίνηση, έτσι με τα ακροδάχτυλα,
σα να φτερουγίζει πουλί, έτσι απαλά.
Ποτέ δε κατάλαβα τι ήταν αυτό που δεν άφηνε τις αγκαλιές
να ανοίξουν, τα χέρια να πεταρίσουν πάνω στο δέρμα,
παρά μόνο γραπωνόντουσαν και πολλές φορές μάτωναν.
Αγαλλίαση και θαύμα ψυχής να αγγίζεις το μέσα δέρμα
πριν καν γευτείς το κορμί.

Τι να Πρωτοπώ;... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Tι να γράψω; Τι να πρωτοπώ; Γραφικός όταν μιλάς πολύ,
δεδομένος όταν ανοίγεις την ψυχή σου και αγκαλιάζεις, 
γιατί έχεις ανάγκη με κάποιον να μοιραστείς και να πεις για 
τη θάλασσα  σου, που είναι γεμάτη ζωή, συναισθήματα,
θέλω, γεύσεις γλυκόπικρες.
Ποιος μπορεί να ακούσει, να νιώσει, τι ζεις, τι περνάς; 
Ένα πέρασμα γίνεται με συγκαταβατικά χαμόγελα. 
Βαθιά δύσκολα να πεις, απίθανα να φτάσει κάποιος. 
Βαριά τα φορτία του άλλου, όταν κουβαλάς δικά σου. 
Πιο εύπεπτες οι λάμψεις των αισθήσεων, που σκάνε σα 
βεγγαλικά από το πουθενά μια νύχτα και εκεί στο πουθενά
χάνονται.  Καλύτερα να σιωπάς,  να κοιτάς στα μάτια
και ίσως κάποιος μπορεί να νιώσει. Από την αυταπάτη ενός
για πάντα μαζί, μιας αδύναμης  αγάπης, προτιμότερη η σιωπή
και ένα χαμόγελο λέγοντας όλα καλά.

Σκιές... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Σκιές του νου μου σκιές,
της καρδιάς μου αντάρες,
του κορμιού μου πόθοι,
της ζωής μου στιγμές.
Σκιές του πόθου σκιές,
της ψυχής μου λύπες,
των χρόνων μου μνήμες,
της καρδιάς μου γύμνιες.
Ποιος είναι αυτός που αναζητά σκιές μέσα στη μέρα,
και τη νυχτιά να γίνονται της σκέψης του φοβέρα;
Ποιος είναι αυτός που αναζητά να ζει μες στα σκοτάδια,
το φως να μην τον συναντά να ξαγρυπνά τα βράδια;
Τη σκιά σου έζησα,
στη σκιά σου χάθηκα,
τη σκιά μου πάτησες,
τη ζωή μου έκλεψες.
Τα παράθυρα άνοιξα,
τα μάτια έκλεισα,
στο φως αφέθηκα,
τις σκιές έσβησα.

Εσένα δε σε φοβάμαι είσαι δυνατή... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Εσένα δε σε φοβάμαι είσαι δυνατή, πάντα έλεγε ο πατέρας σου.
Εσύ θα βρεις τον τρόπο να τα βγάλεις πέρα.
Ένα μεγάλο φορτίο στις πλάτες ενός παιδιού
που δεν ξέρει πως είναι να είσαι δυνατός,
να τα καταφέρνεις σε όλα.
Η καλή κόρη, η άριστη μαθήτρια, η ιδανική μάνα,
η κοινωνική, η νοικοκυρά, πρώτη σε όλα μπροστά
από όλους και από όλα. Ένα αγώνας δρόμου να είναι
όλοι χαρούμενοι, όλοι ευτυχισμένοι, να φτιάξεις την
τέλεια οικογένεια. Αγωνιούσες να είσαι επαρκής,
η χαρά των άλλων ήταν δική σου.
Σε όλα άψογη, τους φρόντισες όλους εκτός από τον εαυτό σου.
Χρόνο με το χρόνο, το είσαι δυνατή, μπορείς να είσαι παντού
και πάντα γέμισε ατέλειες την ψυχής σου.
Ήσουν τόσο δεδομένη και τόσο προβλέψιμη. ‘
Ο, τι και να γινόταν δεν θα κρατούσες κακία, ήσουν πάντα
εκεί για τον καθένα χωριστά. Στα καλά και στα άσχημα,
από παιδί είχες μάθει να κάνεις υπομονή, να περιμένεις,
να αγκαλιάζεις, να συγχωρείς. Το μεγαλύτερο λάθος σου
ήταν που δεν αγκάλιασες τον εαυτό σου,
δεν τον συγχώρεσες για τα όσα έδωσε σε γυρισμένες πλάτες.
Τίποτα δεδομένο στα μισά της ζωής, η αγάπη πάνω από όλα,
μα πρώτα για τον εαυτό σου γιατί
αν δεν τον αγαπήσεις εσύ κανείς δεν πρόκειται!

Ο κόσμος σου μεγάλωσε... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Ξυπόλητη, με βάδισμα αλαφρό, γρήγορο, περνούσες
με το παιδομάνι. Μια φέτα βρεγμένο ψωμί με λίγη
ζάχαρη και το παιχνίδι τρικούβερτο στην αλάνα.
Όλη η γειτονιά αντηχούσε από φωνές, τσακωμούς, γέλια.
Η κυρά Ασπασία από απέναντι φώναζε και που και που
έριχνε και κανένα κουβά νερό, αν η μπάλα μπήσταγε
κάτω από τα παράθυρά της.
Φτιάχνατε σπίτια με πέτρες και χαμόκλαδα και είχαν
τόση ζωή που τα ζήλευε και το καλύτερο αρχοντικό.
Κατακαλόκαιρο και αυτή η αλάνα ένας παράδεισος,
μέχρι αργά το σούρουπο που οι φωνές από τις μανάδες
γρήγορα σας μάζευαν μέσα. Αγανακτισμένα,
λίγο μουτρωμένα και με αρκετή διαμαρτυρία για λίγο
ακόμα, μαζευόσουν, αλλά έλεγες μέσα σου, αύριο πάλι.
Κι αυτό το αύριο ήταν τόσο φωτεινό, ένας μικρός γελαστός
κόσμος κλεισμένος σε λίγα μέτρα γης, στην αλάνα.
Κοιμόσουν και ήσουν ευτυχισμένη, η αγκαλιά της μάνας,
η αλάνα, τα φιλαράκια, το γδαρμένο γόνατο,
όλα πασπαλισμένα με ζάχαρη.
Πέρασαν τα χρόνια η αλάνα χτίστηκε, ένα θηρίο
μέχρι εκεί πάνω γεμάτο ψυχές. Άδειασε η γειτονιά
από τις φωνές των παιδιών, της μάνας.
Ο κόσμος σου μεγάλωσε, είδες, άγγιξες, ένιωσες, σκοτείνιασες.
Κοιτάς τη φωτογραφία της μάνας σου βουβή και τα άστρα
στον ουρανό και που και που βάζεις ακόμα λίγη ζάχαρη
σε βρεγμένο ψωμί, θυμάσαι, γλυκαίνει η ψυχή,
μαλακώνει και χαμογελάς.

Μια Νύχτα Δύσκολη... Γεωργία Χαλαζωνίτου.

Το κείμενο το έγραψα με αφορμή την καταστροφή στο Μάτι...
Απόψε μια νύχτα δύσκολη για πολλούς μια ανάσα πιο πέρα,
ας προσευχηθούμε να μην συμβούν τα ίδια.
Αλλιώτικο τούτο το καλοκαίρι κι ας μέστωσαν τα στάχια
κι ας θέρισαν . Τούτο το καλοκαίρι σταμάτησε τα όνειρα
καίγοντας ψυχές και σώματα.
Ποιος να γελάσει, ποιος να ονειρευτεί χωρίς εφιάλτες;
Σιγανά, σκυφτά ανασαίνουμε όλοι εμείς γυρνώντας
με τύψεις τα φύλλα του ημερολογίου, για το σήμερα
που γευτήκαμε, για το αύριο που προσμένουμε,
για όσα δεν κάναμε, δεν είπαμε, δεν αγγίξαμε.
Δεκάδες νέα αστέρια άναψαν σε μια βραδιά.
Κάθε αστέρι μια ψυχή, έλεγε η μάνα μου όταν
τη ρωτούσα που πάνε όσοι φεύγουν.
Λυγμός η ανάσα καθώς προχωράμε με τα απαλά
μας πέλματα και τα ροδαλά μάγουλα, λυγμός γι αυτούς
που σαν αέρας πέρασαν με κραυγές,
κόκκινα μάτια κι αναμμένα στήθη.
Πώς να ξεχάσεις της μάνας το σφιχταγκάλιασμα
και το φιλί στο σγουρό κεφαλάκι που έκρυψε στο στέρνο
πριν παραδοθεί στο θηρίο που κατέτρωγε τα πάντα
αλόγιστα, αδιάντροπα, αζύγιαστα.
Προσευχή στα νέα άστρα που άναψαν εκείνη τη βραδιά
σαν έσβησαν τα όνειρα και σφάλισαν
τα μάτια λίγα μέτρα πριν τη θάλασσα.