
Ζούσες θαμμένος εκεί ακριβώς που ξέθαψες λίγη ζωή και
την έδωσες σε όλους εκείνους που περπατούσαν με τα γόνατα.
Ανέπνεες κάτω από το χώμα που μόλις τίναξαν από πάνω τους
οι "δικοί σου'' άνθρωποι.
Το πρόσωπο σου χαρακώθηκε, έγινε σαν αυλάκι με νερό
που εκπνέει στη θάλασσα.
Τα μαλλιά σου έγιναν σκληρά, σαν αγκάθινο στεφάνι τον Μάιο.
Νόμιζες ότι βγαίνοντας από αυτή τη φυλακή θα μπορούσες
να πιστέψεις πάλι. Να ονειρευτείς χωρίς τύψεις.
Χωρίς να ιδρώνει το κορμί σου από την αγωνία.
Να πιάσεις ένα ανθρώπινο χέρι και να του πεις
" Έλα σε εμπιστεύομαι.."
Νόμιζες, ότι θα μπορέσεις να πας σε μία θάλασσα να
κολυμπήσεις ανέμελος χωρίς σωσίβιο, χωρίς σανίδα σωτηρίας,
μόνος σου παρέα με την ελεύθερη καρδιά σου.
Ότι θα μπείς σε μια παιδική χαρά και θα τρέχεις να παίζεις μπάλα
με τα παιδιά, χωρίς να φοβάσαι τις φωνές τους.
Νόμιζες, όμως τα χρόνια που προδόθηκες ήταν περισσότερα
από τα χρόνια που αγαπήθηκες.
Οι σκοτεινές σου μέρες μέσα στην φυλακή σου αναρίθμητες,
ενώ οι λευκές σου νύχτες μετριούνται στη μία παλάμη.
Τα δάχτυλα που σε έδειξαν ήταν περισσότερα από τα χέρια
που σε αγκάλιασαν.
Τα ψέμματα που κατάπιες ήτανε περισσότερα από τα λουλούδια
που σε έραναν.
Τα Σε αγαπάω που άκουσες πιο λίγα και από τα γέλια
ενός παιδιού που ζει τον πόλεμο.
Για αυτό λοιπόν μην νομίζεις άλλο, ότι μπορείς να τα καταφέρεις
να αγγίξεις τον ήλιο, στον έκλεψαν κι αυτόν όπως
και τις όμορφες ημέρες που σου ξημέρωναν.
Διψάει το σώμα σου για ζωή,
μα η ψυχή σου κουράστηκε να δίνει.
Βράδιασε πια και κάνει κρύο εκεί που στέκεσαι και κανένας
δεν θα έρθει να σε σκεπάσει.
Τύλιξε τα χέρια σου γύρω από το σώμα σου και φύγε.
Η ζωή σου είναι αλλού.
Εδώ κανένας δεν σε αφήνει να αγαπηθείς.
Εδώ υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που ήρθαν για να πάρουν,
ό,τι έχτιζες αρμονικά χρόνια μέσα σου.
Αγάπη, εμπιστοσύνη, κατανόηση, φροντίδα,
και ύστερα να σε ξεχνάνε.
Θα σε θυμηθούν άραγε όταν τα πόδια τους αγγίξουν ξανά
τον απύθμενο βυθό;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου