Τίποτα δέν φοβήθηκα, σ'αυτόν εδώ τόν κόσμο
ούτε πώς θα'ναι ή ζωή βασιλικό καί δυόσμο ...
Τήν μοναξιά φοβήθηκα, σκληρή όσα σέ φέρνει
βρίσκει ψυχούλες πού πονούν από κοντά τίς παίρνει.
Καί κάθετε απρόσκλητη, μεσ'τά αισθήμα τους
δέν τούς αφήνει άνθρωπο, νά έχουνε κοντά τους ...
Σάν μία λάμνια έρχεται τά δίχτυα της απλώνει
ό πονεμένος σάν βρεθεί, αμέσως τον τσακώνει :
Μά έχει όπως φαίνεται, κάποια αδυναμία
καί στην ζωή τών ποιητών, τούς φέρνει τρικυμία ...
Εκείνοι γιά τήν μοναξιά, γραφουνε στό χαρτί τους
τόσος κόσμος γύρω τους καί νιώθουν μοναχοί τους !
Τήν μοναξιά φοβήθηκα, όχι τά γηρατειά μου
ούτε χέρι νά κρατηθώ , άδεια κι αγκαλιά μου ..
Αναθεμάσε μοναξιά, μπήκες μεσ'την καρδιά μου
έγινες καί μ'ακολουθείς ένα μέ την σκιά μου ...
Μόλις γελούν τά χείλη μου, εσύ στεναχωριέσαι
μέ πόνο θέλεις νά μέ δείς κακούργα δεν κρστιέσαι.
Τό ξέρω δέν αντέχεσαι παράπονο μέ πιάνει
εσύ μέ παίρνεις αγκαζέ καί πάμε γιά σεργιάνι ...
Μού έμεινε ή μούσα μου, ή μόνη συντροφιά μου
Δημήτρης Κεραμίδας

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου