Ξυπόλητη, με βάδισμα αλαφρό, γρήγορο, περνούσες
με το παιδομάνι. Μια φέτα βρεγμένο ψωμί με λίγη
ζάχαρη και το παιχνίδι τρικούβερτο στην αλάνα.
Όλη η γειτονιά αντηχούσε από φωνές, τσακωμούς, γέλια.
Η κυρά Ασπασία από απέναντι φώναζε και που και που
έριχνε και κανένα κουβά νερό, αν η μπάλα μπήσταγε
κάτω από τα παράθυρά της.
Φτιάχνατε σπίτια με πέτρες και χαμόκλαδα και είχαν
τόση ζωή που τα ζήλευε και το καλύτερο αρχοντικό.
Κατακαλόκαιρο και αυτή η αλάνα ένας παράδεισος,
μέχρι αργά το σούρουπο που οι φωνές από τις μανάδες
γρήγορα σας μάζευαν μέσα. Αγανακτισμένα,
λίγο μουτρωμένα και με αρκετή διαμαρτυρία για λίγο
ακόμα, μαζευόσουν, αλλά έλεγες μέσα σου, αύριο πάλι.
Κι αυτό το αύριο ήταν τόσο φωτεινό, ένας μικρός γελαστός
κόσμος κλεισμένος σε λίγα μέτρα γης, στην αλάνα.
Κοιμόσουν και ήσουν ευτυχισμένη, η αγκαλιά της μάνας,
η αλάνα, τα φιλαράκια, το γδαρμένο γόνατο,
όλα πασπαλισμένα με ζάχαρη.
Πέρασαν τα χρόνια η αλάνα χτίστηκε, ένα θηρίο
μέχρι εκεί πάνω γεμάτο ψυχές. Άδειασε η γειτονιά
από τις φωνές των παιδιών, της μάνας.
Ο κόσμος σου μεγάλωσε, είδες, άγγιξες, ένιωσες, σκοτείνιασες.
Κοιτάς τη φωτογραφία της μάνας σου βουβή και τα άστρα
στον ουρανό και που και που βάζεις ακόμα λίγη ζάχαρη
σε βρεγμένο ψωμί, θυμάσαι, γλυκαίνει η ψυχή,
Γεωργία Χαλαζωνίτου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου