Μαρμάρωσα... Μαρία Νικολαου.

Κορμί, ψυχή, συναισθήματα.
Ίδια ζωή. Μέρες, μήνες, χρόνια.
Αιώνες. Ναι, αιώνες. Πέρασαν. Έρχονται.
Κι οι πίθηκοι γύρω σιχαμεροι, 
να κραζουν μες στ αυτιά μου.
Δίπλα στο κεφάλι μου. Να δείχνουν τα δόντια τους.
Να γδερνουν το σώμα μου.
Να μου υπενθυμίζουν την καθημερινότητα μου.
Γεμιζω ενα ποτήρι μ αλκοόλ. Μαστίχα με πάγο.
Κάτι γλυκό και βαρύ συνάμα, να ρίξω πινελιά 
απο ζάχαρη στη γλώσσα πανω.
Κι αυτό να φτανει στο κεφάλι.
Να με ζεσταίνει. Να με ζαλίζει.

Να μου θυμίζει ενα απόγευμα, κάπου εκει στα 18...
να φοραω ενα λευκό φόρεμα με ροζ λουλούδια 
και να κλαίω.... να κλαίω....να κλαίω....ώρες ατέλειωτες.
Υστερα τόσο γρήγορα, να με βλέπω να πινω την πρωτη μου 
γουλια σαμπάνια και να κάνω ενα περίεργο μορφασμο.

Τι εκανα;  
Αλήθεια... τι εκανα;
Ποιος έφταιξε; Εγώ.... ή οι πίθηκοι γύρω μου...
Και λίγο αργότερα, ήρθες εσύ...
Ψηλός, γοητευτικός, με βλέμμα που ξεσήκωνε 
τις τριανταφυλλιές. Σε ερωτεύονταν κι εκείνες.
Και κάπως έτσι κάρφωσες τα ματια μου.
Και έτρεξαν αίμα. Τόσο υπέροχα τ αγκάθια σου...
Το άρωμα σου. Το μαγικό σου κορμί. Το άγγιγμα σου.
Κανείς άλλος δεν είχε ποτέ αυτό το άγγιγμα.
Βουτούσα με ορμή στις κόρες των ματιών σου.

Και κει χανομουν.
Πονεσαμε, γελασαμε, τολμησαμε, δεν φοβηθηκαμε ποτέ.
Δεν λογαριασαμε γυαλί, καρφί και θάνατο...
Εγώ σου χάρισα σπαθί. Κι εσύ , παιδί επαιζες όλη μέρα 
μ επικίνδυνα παιχνίδια. Επαιζες και γελουσες.
Έκανες τον ιππότη, και ενα βράδυ έδωσες μια 
και μου το καρφωσες βαθιά στο κεντρο της καρδιάς.
Δεν το ήθελες. Το ξέρω πως δεν το 'θελες.

Μα ηταν αργά.
Γέμισε το κρύο της ζωής μου μάρμαρο, αίμα βαθύ κόκκινο.
Δεν προλαβες. Με σκοτωσες και έφυγες.
Τρομαξες κι ετρεξες μακριά. Κι υστερα ύαινες και πίθηκοι 
που μύρισαν το αίμα μ έκλεισαν σε σπηλιά και χρόνια 
τώρα με κατασπαράζουν. Που είσαι εσύ τώρα μου λες;
Που κρυβεσαι; Σε ποιο νησί μιλάς με άγρια γλαροπουλια;

Κι εγώ; 
Είμαι νεκρή ή ζωντανή; Γέρασα.
Μα ναι... Νομιζω γέρασα.
Δεν βλέπω. Δεν αισθάνομαι.
Μονο λυγμούς και ουρλιαχτα ακούω τις νύχτες.
Βγαινω κρυφά σα φάντασμα και ψάχνω το φεγγάρι.
Μα μ εγκατέλειψε κι εκείνο. Σσσσσ.....
Ακούω την ανάσα σου όταν σιωπουν οι πιθηκοι.
Σε αναπνέω και σε εκπνεω.
Μέσα απο σένα ζω.

Σε έχω καταπιεί, και δε φοβάμαι πια.
Είσαι παντού και πουθενά.
Ανθιζεις πανω στο λευκό μου μάρμαρο.
Και μ αγκαλιάζεις. Δε νιώθω μονη.

Μα κρυωνω.
Μπορείς πιο δυνατά να μ αγκαλιάσεις...;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου