Ενδότερα της Θάλασσας.

avenuesofinspiration:
““Hidden Cove | Photographer © | AOI” ”
❤
Μια έρημη ακρογιαλιά στο χρυσαφί
ταξιδεύει στου μυαλού την απλωσιά,
μα δεν ξέρω ΑΝ στο χρόνο ήτανε αληθινή
ή της ανάγκης της εσώτερης καταφύγιο.

Όχι για τις χαρές και τα παιχνίδια
μιας ανέμελης ζωής,
μα για κείνη την απλοχωριά
της ψυχής μου που αναζητούσε
εκείνον τον τόπο που οι χάρες της θα δουν
σαν της πατρίδας το καθρέφτισμα
από ελευθερία και φως φτιαγμένο,
αντάξιο της αγάπης που του φύσηξε πνοή
για το πνεύμα εξόριστο να μη νοιώθει.
*******
Άπειροι χρυσαφένιοι κόκκοι της γης
απλώνονται στης θάλασσας την άκρη,
μια θάλασσα ηλιογέννητη κι αυτή,
μα μέσα στον ήχο της σιωπής της τυλιγμένη
ν’ ακούσει θέλοντας
το κάλεσμα της θάλασσας της άλλης,
που δίπλα της λυσσομανάει χαρούμενα
και ιστορίες λέει για κείνους τους κόσμους 
τους κρυφούς, που η αμμουδιά δεν ξέρει
κι εκστατική τους βλέπει
στης φαντασίας τα φτερά ξεδιπλωμένους.

Μήτε όμως για τους γλάρους πρόκειται,
που τόσο καλά τους ξέρει,
μήτε για τα μεγάλα κύματα,
που ξένοιαστα αφρίζουνε μπροστά της,
μήτε για τη δροσιά που φέρνουνε
σαν δώρο της φιλίας εκείνης
που στέριωσε ανάμεσα στη θάλασσα της γης
και του νερού απ’ τα παλιά τα χρόνια,
τόσο παλιά που άνθρωπος κανείς δεν θα θυμάται.

Για τις Γοργόνες πρόκειται
στα μυθικά της θάλασσας παλάτια
με την ουρά ψαριού και σώμα του ανθρώπου,
μα αυτές δεν πλησιάζουνε στης αμμουδιάς τη χάρη,
στης θάλασσας τα βάθη ζουν από παλιά
και τη μαγεία τους κρατούν καλά κρυμμένη.

Κι η ακρογιαλιά πολύ το επιθυμούσε
τέτοιες μορφές παραμυθιού επάνω της να βλέπει,
τα ορατά δεν άρκεσαν σκοπό ζωής να δώσουν.
Η θάλασσα προσπάθησε πολύ
στην αμμουδιά χαρούμενα να παίξει
με κύματα, μ’ αφρούς και βουητά,
μα αυτή παρέμενε συνέχεια θλιμμένη.

Τα μπλε νερά κουράστηκαν συνέχεια
να παίζουν κι ησύχασαν τόσο πολύ
που δύσκολα ξεχώριζες
ανάμεσα στη γη και το νερό
που η σιωπή τα έσμιξε στο νόημά τους.

«Αιώνια συντρόφισσα» μουρμούρισε το κύμα
«μπορεί να παίζω εύκολα,
μα ο σκοπός μου είναι σε μένα άγνωστος
κι αυτό πολύ με τυραννάει-
κι όταν τα βράδια με ξυπνά η θύμηση ετούτη,
αρχίζω τα παιχνίδια μου
και τυραννάω άλλους».

Και μείναν ήσυχες κι οι δυο
στης αίσθησης τη σιγουριά την παράξενη,
εκείνη την απάντηση την αόρατη να βρουν
για να ‘χει νόημα η ζωή.
*******
Και μια μέρα ηλιόλουστη
μία γυναίκα όμορφη με πέπλα σκεπασμένη
κάθισε σεμνά στης αμμουδιάς την άκρη.
Μια χούφτα άμμου κράτησε στο χέρι της κλαμένη
και στη γαλάζια θάλασσα εκστατικά κοιτάζει.
«Τι όμορφα που είν’ εδώ!

Η χρυσαφένια αμμουδιά μήνυμα ειρήνης φέρνει,
απ’ άλλους κόσμους μακρινούς, αόρατους στο μάτι,
και η γαλάζια θάλασσα τόση χαρά, τόση ζωή
που γιάτρεψε τη θλίψη της καρδιάς μου».
Ακροπατώντας στο νερό περπάτησε μονάχη,
ώσπου στο τέλος χάθηκε σαν σε ονείρου βάθη.

Μονάχα ένα πέπλο ξέμεινε στην αμμουδιά απλωμένο.
Και οι δύο θάλασσες ταράχτηκαν
στα βάθη της καρδιάς τους.
Η αμμουδιά επίστευε πως μια γοργόνα ήταν,
μα η θάλασσα αντιγύριζε πως ήταν άνθρωπος απλώς
που άκουσε το θρήνο της καρδιάς τους.

Και από τότε σ’ ένα κλαδί, στην αμμουδιά ριγμένο, 
το πέπλο ανεμίζει όμορφα
σα φλάμπουρο μιας λευτεριάς ενδόμυχης
πάνω στο νήμα του σκοπού που χάραξαν τα όντα
μέσα στη θάλασσα ζωής το δρόμο να μη χάσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου