Κι εκεί που τέλειωνα το ποίημα,
κάτι του ΄λειπε.
Ίσως μια λέξη της αρχαίας.
Να του προσδίδει μια μεγαλοπρέπεια.
Ή πάλι,
μια λέξη πιο πιασάρικη.
Κάτι που να μυρίζει πεζοδρόμιο.
Να γίνονται εκρήξεις στ΄ άκουσμά της.
Την έγραψα.
Της πέρασα στην τελευταία συλλαβή φυτίλι.
Κοκτέιλ Μολότοφ, για φινάλε.
Να σκάσει μες στα χέρια σου σαν τη διαβάσεις.
Έπειτα, πάλι, σκέφτηκα
τέτοιο μπαρουτοκαπνισμένο ποίημα
απ΄ της καρδιάς τους εμπρησμούς
να στο χαρίσω, δεν σου αξίζει.
Έσκαψα νύχτα στην αυλή και το ΄θαψα.
(Έτσι κι αλλιώς μαζί σου
λάκκους μονάχα έμαθα ν΄ ανοίγω.
Να θάβω λόγια, συναισθήματα και ποιήματα).
Το ΄θαψα.
Με όλες τις δόξες που του έπρεπαν.
Μαύρη πλερέζα, λουλούδια, μοιρολόγια.
Το ΄θαψα.
Μαζί με αυτό κι εσένα.
Κι όμως,
εκείνη η λέξη η μολότοφ
δε λέει να λιώσει χρόνια τώρα.
Το ποίημα τιμήθηκε με διάκριση, από την
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ–ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΗ ΟΜΑΔΑ «ΙΔΕΟΠΝΟΟΝ»
και τα Περιοδικά: Πνοές λόγου & τέχνης, iamvosart,
Επύλλιον και την Εφημερίδα: Πνοές Πολιτισμού.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου