...Άκου φίλε:
Όταν σε είδα, μου φάνηκε πως βρήκα τον θεό που μου έλειπε.
Μίλησες κι ήταν σαν ν' άκουσα ψίθυρους από φαράγγια
Δάση και ακροθαλασσιές.
Κι ύστερα... Γύρισες και με κοίταξες.
Αυτό ήταν. Μάθε λοιπόν πως στον λαχανόκηπο που διάλεξες
να περάσεις τη νύχτα σου, η φύση έχει πεθάνει.
Εδώ φίλε δεν είναι διδασκαλείο.
Γύρισε στο καράβι σου και μη σκορπίζεις λόγια
πάνω σε άπλυτα τζάμια.
Αν φύγεις,
Ο πόλεμος της ψυχής μου θα συνεχίζεται.
Αν μείνεις, βολέψου όπως μπορείς ανάμεσα στα
σπασμένα πράγματα που υπάρχουν γύρω σου και άκου:
Ήταν μια νύχτα που είχαν ανοίξει οι έβδομοι ουρανοί κάνοντας
τις υδρορροές αδιάλειπτα να μουρμουρίζουν. Κουρασμένη
από τις κακές φωνές και τα ψιθυρίσματα του σπιτιού,
Έριξα 'πάνω μου ένα παλτό ραμμένο από μαύρα μεσάνυχτα
και βγήκα έξω.
Για να προκαλέσω το θέαμα να μου δείξει τις δυνατότητες του,
πήρα μια βαθιά ανάσα κι έβαλα μια φωνή τόσο δυνατή,
που ο κόσμος βγήκε στον δρόμο με τα εσώρουχα.
Αγνοώντας τις απελπισμένες φωνές του θεού στον ουρανό,
άφησα τα νερά της βροχής να με φυγαδέψουν.
Μαζί μου ήρθαν μόνο οι μυρωδιές του νάρδου και της αζαλέας
που με συνόδεψαν μέχρι εκεί που μ'αγκάλιασαν
οι χειμωνιάτικες θάλασσες.
Πίσω μου άφησα έναν κόσμο που πήγαινε μονάχα στις κηδείες
Κι έναν δρόμο βαθύ που χωρίς να περπατάει
κανένας, άκουγα βήματα.
Από 'κείνη τη νύχτα, τον λόγο πήρε το πεπρωμένο μου
που μέχρι τότε αδιαφορούσε ολότελα.
Αυτό μου έδειξε προς τα που έπρεπε να τρέξω για να
συναντήσω τις ατυχίες μου.
Ήταν θυμάμαι χαράματα όταν τα νερά της βροχής με άφησαν
στην άκρη ενός δρόμου που μύριζε άσχημα.
Η σκιά μια γυναίκας αγέλαστης ήρθε και με σήκωσε όρθια.
Όταν κατέβηκα τα σκαλοπάτια είδα την αρχή
και το τέλος της μοίρας μου να σκοτεινιάζει.
Φθαρμένοι άνθρωποι που έβαφαν την ξεπεσμένη ζωή τους
με κόκκινα αυγά με υποδέχτηκαν χαμογελαστοί μπροστά
σε οργανωμένες ενέδρες.
Δε θυμάμαι το βράδυ εκείνο πόσα όχι ξεστόμισα μέσα σ' ένα
περιβάλλον που οι εκποιήσεις συνειδήσεων ευδοκιμούσαν.
Ο καταιγισμός των δακρύων άφησε ασυγκίνητα
τ' αφεντικά της σαπίλας.
- Όχι.
Από τότε,
κάποιος χαμήλωσε τα φώτα του λιμανιού.
Κάποιος βοήθησε το έγκλημα να γίνει πιο μεγάλο.
Νύχτες αμέτρητες έκλαιγα για 'κείνο το χαμένο κοριτσάκι
που κατοικούσε μέσα μου.
Έκλαιγα για τις ιδέες μου που σαν απόδημα πουλιά
φτεροκόπησαν και ξεχάστηκαν.
Έκλαιγα για τα υπάρχοντα της ψυχής μου που τα 'βλεπα
σαν καρφιτσωμένα παράσημα να σκουριάζουν πάνω
στα γυαλιστερά πέτα της κοσμικής << αριστείας>> .
Οι εκρήξεις μιας ζωής χωρίς μέτρο και φραγμούς, δεν
άργησαννα με στείλουν εκεί που έκανε πιάτσα η φυματίωση.
Την είδα ένα βράδυ να έρχεται από την αίθουσα του βήχα
κατά πάνω μου ντυμένη στα κόκκινα.
Την άλλη μέρα, μάζεψα τα φθινόπωρα που μ' αγάπησαν
και μαζί τους χάθηκα στα άδυτα της σκιάς μου.
Για να ξεριζωθεί από πάνω μου η αρρώστια, πέρασε ένας χρόνος.
Είχα ξεχάσει να γελάω, κι είχα ξεχάσει
για λίγα μπολιβάρ ν' αγαπώ.
Κάποιο πρωί όμως ήρθε στο κρεβάτι μου ένας αγγελιοφόρος
και μου 'πε πως οι πορτοκαλιές άνθισαν ξανά στο Μαρακάιμπο.
Σηκώθηκα κι αφού πέταξα το σχισμένο νυχτικό της ψυχής μου,
έτρεξα να προλάβω τις τελευταίες ανταύγειες της νιότης που
πέρα σ' έναν θολό ορίζοντα χαροπάλευαν εγκαταλελειμμένες.
Κοίτα έξω.
Χειμώνιασε.
Χαμηλώνουν τα σύννεφα ολοένα.
Οι άνθρωποι έχουν πάψει να περπατάνε μαζί.
Γύρω μας χτίζονται με παιδικές καρδιές μεγαλουπόλεις.
Τα βροχερά απόβραδα πληθαίνουν.
Γύρισε στο καράβι σου φίλε.
Αποτυπώματα σαν τα δικά μου υπάρχουν παντού.
Στο βάθος μιας άδειας ντουλάπας δεν υπάρχουν
αποχρώσεις ευχάριστες.
Αν θέλεις να βρεις τι βάρος έχουν τα όνειρα,
ζύγισε μια νύχτα τις ανάσες σου.
Το νου σου μόνο μη σου τις πάρει ο αέρας.
Μάνος καστέλης
Θαλασσογραφίες ΙΙ Εκδόσεις ΙΑΜΒΟΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου