Αλήθεια, σαν παραμύθι... Βάσω Κοσμίδου.

Δίνω σχήματα στα σύννεφα
και γράφω παραμύθια.
Άλλα μιλούν για δράκοντες
κι άλλα για νεραιδούλες.

Άλλα με αγγέλους μοιάζουμε
στη γη σαν κατεβαίνουν
ακουμπούν βουνοκορφές
και αρπάζουν ευωδιά
απ' τις φυλλωσιές των πεύκων.

Μα κάποια σύννεφα εμένα κοιτάζουν
μου ρίχνουν μια σκάλα
και με καλούν στα ύψη τους
μαζί τα δάση να ατενίσουμε.

Ζυγίζομαι στο συννεφάκι μου
και τις ματιές μου, κάτω ρίχνω.
Κάτω απ' την άγρια μηλιά
να, ο λύκος ο κακός που προσπαθεί
και ξεγελά την Κοκκινοσκουφίτσα.

Και πιο πέρα, τα τρία γουρουνάκια
στήνουν τα σπιτάκια τους
κάτω απ' τη σκιά των δέντρων.
Να κι ο λαγός αποκοιμήθηκε
τώρα, τον προσπερνά η χελώνα.

Ω, τι συγκίνηση τώρα φιλά ο πρίγκιπας
την όμορφη πριγκιποπούλα
κι εκείνη αναστεναζει και τον αγκαλιάζει.

Πάλι το καλό νίκησε!
Πάνω που ήμουν έτοιμη
απ' τα ψηλά να αναφωνήσω...

- Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα
Ω, μαύρη συμφορά...

Τι βλέπουν τα ματάκια μου
Να, η κακιά η μάγισσα
στη σκούπα ανεβασμένη.
Ζήλεψε τούτες τις χαρές
μέσα στην αγκαλιά του δάσους.
Σπίθες πετούν τα μάτια της
κι αρπάζουν φωτιά τα δέντρα.

- Ω, συννεφάκια, γίνετε γρήγορα βροχή
και σβήστε τούτες τις φλόγες
Να σκάσει η κακιασμένη μάγισσα
χατίρι μη της γίνει...
Το δάσος κάρβουνο μη δει.

Τα συννεφάκια μ' άκουσαν
κάτι σφυρίξαν μεταξύ τους.
Γίναν πολλά και πύκνωσαν.
Και όλα μαζί νοερά θρηνούν.
Τα δάκρυα τους γίνονται βροχή
γίνονται καταιγίδα.
Θρηνώ κι εγώ, τα δάκρυά μου
γίνονται ποτάμια και σβήνουνε τις φλόγες.
Μάχομαι σαν άξια εθελόντρια.

Κι από την αγωνία μου, ξύπνησα.
Μα τα δάκρυά μου αληθινά
μουσκέψανε το μαξιλάρι...
Μα, γιατί ξύπνησα νωρίς;
Σβήστηκε άραγε η φωτιά στο δάσος;
Τα μάτια ξαναέκλεισα
και σαν τότε που ήμουνα παιδί
έγραψα εγώ το τέλος.

Και είδα το δάσος πράσινο κι ολοζώντανο.
Είδα και τον πρίγκιπα το μάτι να μου κλείνει.
Και η Κοκκινοσκουφίτσα από χαρά
το κόκκινο το σκούφο της
στα πόδια να μου αφήνει.

Είδα και το λαγό, ακόμα να κοιμάται
και τη χελώνα, της νίκης το νήμα να κόβει.
Να κι ο λύκος ο κακός
αρνάκι που είχε γίνει.
Μα η κακιά η μάγισσα δεν το ήξερε
και κρεμασμένη μένει
στη πιο ψηλή κορυφή ενός δέντρου.
Κοιτάζει κάτω η θρασύδειλη
μα που να τολμήσει κάτω να πηδήξει.
Θαρρεί, ο λύκος, πως θα την κατασπαράξει.

Έτσι, χαμογέλασα
μια χαρά το τέλος έγραψα!
Και πήρα το τηλεκοντρόλ
ανοίγω την τιβί, ειδήσεις για ν' ακούσω.
Αχ, τι έκπληξη πικρή.
Εκεί, το παραμύθι
αλλιώς είχε τελειώσει.

Κουάλα και καγκουρώ, σ' ένα χορό
αρχαίας τραγωδίας...
Και μου ήρθε έντονη οσμή
απ' την σάρκα της Φύσης τη καμμένη.

Και εγώ δίκαζα κακές μάγισσες και λύκους.
Μα, οι άνθρωποι, είναι οι Εφιάλτες.
Μια φορά κι έναν καιρό, ήρθαν μικρά παιδιά
και με ρωτούσαν...

- Γιαγιά, καλέ γιαγιά
τι πάει να πει, η λέξη δάσος;
Τότε ένιωσα ντροπή.
Δεν τόλμησα, ξανά, σε σύννεφο να ανέβω.
Να δω, παιδιά να παίζουνε
με μάσκα οξυγόνου.
Μια φορά κι έναν καιρό, η Γη είχε και δάση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου