Οι τίγρεις της λησμονιάς... Λεμονιά Γεμουρτζίδου.

Κοίταζε το είδωλό της στον καθρέφτη. 
Έκλεισε ένα κραγιόν στη χούφτα της και φαινόταν σκεφτική
πολύ. Έτρεχε ο νους της, μια στις ασυνέπειες και στις επιδράσεις
του χθες, μια στις μεγάλες ευθύνες και στις υποχρεώσεις του
σήμερα, άλλοτε πάλι, κολλούσε στο αβέβαιο αύριο.

Ετοιμαζόταν να βάλει και την τελευταία πινελιά, του διακριτικού
μακιγιάζ στο ελκυστικό πρόσωπό της. Μάζεψε σε μια χαλαρή
πλεξούδα τα πλούσια μαλλιά της και στόλισε με το λευκό άνθος
μιας γαρδένιας την άκρη της. Φορούσε μακρύ καλοκαιρινό
φουστάνι σε χρώμα λιλά και οι στριφτές, λεπτές τιράντες του,
αναδείκνυαν τη σμιλεμένη στρογγυλάδα των ακάλυπτων
ώμων της. Το δέρμα της ήταν λαμπερό και μαυρισμένο.

Οι πρωινές εξορμήσεις στις κοντινές παραλίες της περιοχής,
που έκαναν καθημερινά με την Ισμήνη, της έδωσαν την ευκαιρία
να ξεχάσει για λίγο τα προβλήματά της. 
Το κολύμπι με τις ώρες, ο καυτός ζωογόνος ήλιος, το ψήσιμο
της αλμύρας στο σώμα της, της χάρισαν ζωντάνια, μία αλλιώτικη
αύρα δροσιάς και νιότης, και ένα τέλειο σοκολατένιο χρώμα.

Ο Ρήγας, κοντά της, σκάρωνε παιχνίδια• νιαούριζε περίεργα,
ασταμάτητα. Μπλεκόταν, τριβόταν στα πόδια της, σκάλωνε
τα νύχια του στο βαμβακερό ύφασμα και τραβούσε το ρούχο
που φορούσε. Ο ψιψίνος, έκανε ό,τι μπορούσε να τον προσέξει,
πάσχιζε με τον γλυκούλικο τρόπο του να την κρατήσει στο σπίτι,
όταν κατάλαβε πως θα έμενε δίχως τη συντροφιά της, πως θα
καθόταν μόνος με τον Άγγελο. Φαινόταν φοβισμένος.

Ο κόσμος μέσα της, έγινε ένα μπερδεμένο κουβάρι. 
Ζοφερές σκέψεις έφερναν τούμπες στο μυαλό της, ένα αγκάθι
τρύπησε την καρδιά της, ένας γερός κόμπος έσφιξε το στομάχι
της, μία δυνατή αίσθηση ναυτίας την ανακάτεψε, γεύτηκε στυφό
το σάλιο της, ρίγησε το κορμί της και βάρυναν τα πόδια της,
λες και ήταν καμωμένα από μολύβι.

Αναστατώθηκε…
Όμως το αποφάσισε. Κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη,
έβαλε κραγιόν στα αισθησιακά χείλη της και χαμογέλασε
με σιγουριά στο αντικαθρέφτισμά της.

Ο Άγγελος, ενόσω παρατηρούσε τις κινήσεις της, άλλαξε η
ενέργειά του, μαύρισε η αύρα του και φαινόταν
πολύ διαφορετικός. Θαρρείς πως όλες οι άψυχες δυνάμεις
του σκότους, από τα βάθη του μυστικού κόσμου του,
τον κύκλωσαν χορεύοντας τον καταστροφικό χορό τους. 
Η μορφή του έγινε ζωώδης και απόκοσμη, το πρόσωπό του
ψυχρό και σκληρό, μία ανατριχίλα θανάτου μόλυνε
το βλέμμα του, μία σκιά παράξενου πάθους σκοτείνιασε
τα μάτια του, ένα σιβυλλικό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του…

Συγγραφέας Λεμονιά Γεμουρτζίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου