Φως Μου... Στέλλα Βρακά.

Δεν κοιμήθηκα χθες
παμφάγο μου φως.
Ήθελα να συνομιλήσω
μαζί σου
να με κοιτάει κατάματα
η αγάπη.

Μα κατάκλειστο το μάγεμα
στο πιο μεγάλο σημείο
της σιωπής
κι εγώ να χασομεράω στην ειρωνεία
του όλου πράγματος.

Πόσο μόνος είμαι... Γιάννης Ανδρεόπουλος..!

Πόσο μόνος είμαι! 
Κανείς δεν ακούει την κραυγή μου,
την καρδιά μου που τρέχει σαν τραίνο. 

Πόσο μόνος είμαι! 
Εγώ που μοίρασα την αγάπη μου δίκαια, 
που έγραψα για όλους ένα καλό λόγο, 
που ανίχνευσα την άνοιξη στις καρδιές τους. 
Σκληροί, ανελέητοι, αδιάφοροι, 
μου καρφώνουν όλοι τους ανεξαίρετα, 
τους ήλους, στα ρημαγμένα χέρια μου..

Δεν είμαι αθηναίος, ούτε Έλληνας πολίτης, αλλά πολίτης του κόσμου..! (Σωκράτης)

“Σώπα μη μιλάς”... (του Τούρκου συγγραφέα Αζίζ Νεσίν)


Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψ' τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή ειναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε: "σώπα".
Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε: "εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!"
Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
"κοίτα μην πείς τίποτα, σσσσ... σώπα!"
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Κι αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
"Τι σε νοιάζει εσένα;", μου λέγανε,
"θα βρείς το μπελά σου, σώπα".
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα"
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά ,
η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε "σώπα".

Οι δύο άρρωστοι. (Aπό email που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο)

Σχετική εικόνα
Δύο άντρες σοβαρά άρρωστοι, νοσηλεύονταν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. 

Στον έναν επιτρεπόταν να μένει καθιστός μία ώρα το απόγευμα, γιατί τον βοηθούσε να φύγουν τα υγρά από τους πνεύμονες.
Το κρεβάτι που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο παράθυρο του δωματίου. 
Ο άλλος άντρας έπρεπε να βρίσκεται συνέχεια ξαπλωμένος σε ακινησία και ένας μεσότοιχος που βρισκόταν μεταξύ των κρεβατιών δεν του επέτρεπε να κοιτάει έξω από το παράθυρο.

Οι άντρες κατέληξαν να μιλάνε ατελείωτα. 
Μιλούσαν για τις συζύγους τους, τις οικογένειες τους, τα σπίτια τους ,τις δουλειές τους, τη θητεία τους στον στρατό, ακόμα και για το που είχαν πάει διακοπές.

Κάθε απόγευμα ο άντρας που του επιτρεπόταν να μένει καθιστός περιέγραφε στον συγκάτοικο του όλα όσα έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου.
Ο άντρας που βρισκόταν σε αναγκαστική ακινησία άρχιζε να καταλαβαίνει πως ζει για αυτές τις μοναδικές απογευματινές ώρες. 
Ζωντάνευε από όλη τη δραστηριότητα και τα χρώματα του έξω κόσμου.

Το παράθυρο έβλεπε σε ένα πάρκο με μια θαυμάσια λίμνη. 
Πάπιες και κύκνοι κολυμπούσαν εκεί, και τα παιδιά έπαιζαν με μικρά μοντέλα σκαφών στο νερό. 
Νεαρά ζευγάρια περπατούσαν πιασμένα χέρι χέρι μέσα στα υπέροχα λουλούδια που είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου. 
Τεράστια παλιά δέντρα στέκονταν με χάρη επάνω στο έδαφος και μια υπέροχη θέα του ουρανοξύστη της πόλης φαινόταν από μακριά.

Καμιά φορά η αλήθεια είναι προτιμότερη από το ψέμα... Αρκεί να την αντέξεις..!

Χρυσός και ασήμι για τις μπιστόλες της... Ελισάβετ Πετρόβνα.

Πιάνο βυθού... Γιάννης Βαρβέρης.

Αυτές οι νότες
που σας στέλνω με την άνωση
δεν έχουν πια κανένα μουσικό ενδιαφέρον.
Απ’ τον καιρό του ναυαγίου
που αργά μας σώριασε τους δυo
ως κάτω στον βυθό
σαν βάρος έκπληκτο
το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανίου κι εγώ
έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος
μια υπόκωφη επίπλωση βυθού
ένα λουλούδι εξωτικό
ή ένα τεράστιο όστρακο
φωλιά ιπποκάμπων
διάδρομος ψαριών που όλο απορούν
μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη
του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου.

Η Ζυγαριά... Γ. Βαφόπουλος

Στη μια πλάστιγγα βάλε τον ήλιο
βάλε τη θάλασσα, βάλε το τραγούδι.
Στοίβαξε όλα τα νησιά του Αιγαίου,
με τα κοχύλια των ευτυχισμένων ποιητών.
Τι άλλο μένει; Ο έρωτας. Βάλε, λοιπόν,
στην κορφή,πάνω απ' όλα και τον έρωτα.

Όμως η πυραμίδα τούτη της χαράς
κατακόρυφα θα μπορούσε να υψωθεί,
αν στην άλλη πλάστιγγα ακουμπούσαν
ένα μικρό αντικείμενο νοσοκομείου."

Οι αληθινοί παράδεισοι είναι...Οι παράδεισοι που έχουν χαθεί..! (Marcel Proust)

Όταν απαρνιέσαι, απλώς καταπιέζεις...

melisica:
“ béa dres
”
Όταν απαρνιέσαι κάτι, πιέζεις τον εαυτό σου να εγκαταλείψει πράγματα. 
Και όποτε κάνεις οτιδήποτε με πίεση, στην πραγματικότητα δεν εγκαταλείπεις τίποτα.

Αυτό που απαρνιέσαι, πηγαίνει βαθύτερα μέσα σου, στο ασυνείδητό σου. 
Γίνεται μεγαλύτερο πρόβλημα από ό,τι ήταν προηγουμένως.

Τώρα θα προσπαθεί να βγει στην επιφάνεια με διαφορετικούς τρόπους, με διαφορετική περιβολή, με διαφορετικές μάσκες – και μπορεί να μην είσαι καν σε θέση να αναγνωρίσεις πως είναι το ίδιο πράγμα που απαρνιέσαι. 
Είναι βέβαιο όμως ότι θα εμφανιστεί – και μάλιστα με ένταση.

Εσύ του έχεις δώσει αυτή την ένταση, πιέζοντάς το, σπρώχνοντάς το μέσα στο ασυνείδητο

Μες στο φτηνό ξενοδοχείο... Τάσος Σαμαρτζής

tx-gentleman:
“- TX|G
”
Μες στο φτηνό ξενοδοχείο και στα σεντόνια των πολλών
μες σε καθρέφτες δίχως μνήμη θα ξεκινήσουμε λοιπόν
γλιστρούν τα όνειρα στον ύπνο όπως τα τρένα στο σταθμό
και στην ανάσα σου γυρεύω κάποιο αρχαίο σκηνικό

Ίσως φταίνε τα φεγγάρια που ‘μαι τόσο μοναχή
νιώθω πως γερνώ τα βράδια και χρωστάω στη ζωή
ίσως φταίνε τα φεγγάρια και πολλοί με λεν τρελή
που όλο ψάχνω στα σκοτάδια μήπως κάτι και συμβεί
ίσως φταίνε τα φεγγάρια ίσως πάλι φταις κι εσύ

«Η Κρήτη Αρκάδι γίνεται»... (Χριστ. Σταυρουλάκης)

Αποτέλεσμα εικόνας για Η Κρήτη Αρκάδι γίνεται
«Παιδιά κ? είνια ?ναι η καταχνιά και τούτ? η κατσιφάρα
και γιάιντα φεύγουν τα πουλιά κι αναιριχτούν τα δάσα.
Τα δέντρα εμαραθήκανε κι η γης αναδακρυώνει
σύννεφα μαυροσκότεινα τον ουρανό εσκεπάσα.

– Οι Γερμανοί πλακώσανε κι ουρανοκατεβαίνουν
με μηχανές και με φωθιά την Κρήτη επλημμυρίσαν!
Κρήτη, στα μαύρα θα ντυθείς, στα σίδερα θα πέσεις
πάλι τση Κρήτης τον αητό κρούσταλλα θα σκεπάσουν.
Αντρες, γυναίκες και παιδιά, τση Κρήτης αντρειωμένοι
τη ρήγισσα τση Λευτεριάς θέλουνε να σκλαβώσουν.

Στη ζωή βρίσκεις αυτό που ψάχνεις...

Αποτέλεσμα εικόνας για Στη ζωή βρίσκεις αυτό που ψάχνεις
Ένας Γεράκος, καθόταν στο σταθμό ενός τρένου και περνούσε την ώρα του καπνίζοντας και χαζεύοντας τους περαστικούς. 
Κάποια μέρα επειδή είχε ευγενικό και προσιτό βλέμμα τον πλησιάζει ένας ταξιδιώτης και τον ρωτά...

"Πως είναι οι άνθρωποι στην πόλη σας γιατί είμαι καινούριος εδώ και θα ήθελα να ξέρω την νοοτροπία του τόπου αυτού". 
Ο Γεράκος τον κοίταξε και τον ρώτησε... 
"Πως ήταν οι άνθρωποι από εκεί που έφυγες;
Ο Ταξιδιώτης του απαντά... 
"Αφήστε τα. Ήταν ανταγωνιστικοί -σκληροί, άκαρδοι, υλιστές, δεν μπορούσα να εμπιστευτώ κανέναν". 
"Και εδώ έτσι είναι" του απαντά ο Γεράκος.

Ο Ταξιδιώτης έφυγε απογοητευμένος.

Το πρωί που θα ξυπνήσεις... Γ Χατζηδιάκου

Το πρωί που θα ξυπνήσεις
Τα μαλλιά στο πρόσωπο να αφήσεις μείνε για λίγο, στο παράθυρο
αυτό που την αυγή κοιτάζει ο ήλιος, να σε δει να σε αγγίξει θέλω
να ξέρεις θα σε ψάξει του μίλησα την ώρα που βγήκε το πρωί
μια καλημέρα έστειλα και ένα φιλί με τις ακτίνες, να σου δώσει 
φυσάει σήμερα να προσέχεις, θέλω αν βγεις μη κρυώσεις τα ακούς ;
φεύγοντας τα μαλλιά σου μάζεψε το φωτεινό σου πρόσωπο να δουν
το υπέροχο χαμόγελο σου, να ζηλέψουν όσοι παντού τα αναζητούν
και δεν τα έχουν τίποτα άλλο δεν ζητώ ίσως ένα μόνο,
στη σκέψη σου λίγο, πολύ λίγο να μ’ έχεις μη ξεχαστώ μη και χαθώ
να ξέρεις όσους μες στη ψυχή και στη καρδιά, δεν έχουμε αυτοίγια
πάντα χάνονται  δεν θέλω έτσι να χαθώ το ομολογώ αυτό
το μόνο σου ζητώ και να προσέχεις 

Είπες... Κ. Π. Καβάφης

Είπες· 
«Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Οι πόρτες... Ιβάν Γκολ

Πέρασα μπροστά από τόσες πόρτες
μέσα στο διάδρομο των χαμένων φόβων και των
φυλακισμένων ονείρων άκουσα πίσω απ’ τις πόρτες
δέντρα που τα βασάνιζαν και ποταμούς που
προσπαθούσαν να τους δαμάσουν
Πέρασα μπροστά απ’ τη χρυσή πόρτα της γνώσης
μπροστά από πόρτες που έκαιγαν και δεν ανοίγαν
μπροστά από πόρτες που κουράστηκαν να μένουν
πολύ καιρό κλειστές κι από άλλες σαν καθρέφτες
απ’ όπου περνούσαν μόνο οι άγγελοι
Υπάρχει όμως μια πόρτα απλή, δίχως σύρτη ούτε μάνταλο
στο βάθος του διαδρόμου, απέναντι απ’ το ρολόι
η πόρτα που οδηγεί πέρα από σένα-
κανένας δεν τη σπρώχνει ποτέ

Ένα βιβλίο είναι μια ιστορία για το μυαλό... Ένα τραγούδι είναι μια ιστορία για την ψυχή..! (Eric Pio).

Να φυλάγεσαι από τον άνθρωπο... "Του ενός βιβλίου"..! Θωμάς Ακινάτης

Μια αλλιώτικη βόλτα στην παραλία. Από τις Ιστορίες Ημερολογίου της Ελένης «Έλξις» Μαυρόβα

Αυτός ο μουντός καιρός, πάντα μου έφερνε μια ελαφρά μελαγχολία. 
Όλα τα έβλεπα να γκριζάρουν και οι σκέψεις, η μια μετά την άλλη, να αρχίζουν να χάνουν το χρώμα τους και να καταλήγει στο μυαλό μου η κάθε μία, σε μια ασπρόμαυρη μουντή θολή εικόνα. 

Σήμερα, είναι μια από αυτές τις μέρες, που θέλω απλά να περπατάω μόνη μου, να ακούω μουσική, να παραμιλάω και να τα βρίσκω στο τέλος με τον εαυτό μου και φυσικά όλα αυτά δίπλα στη θάλασσα. 
Εγώ και εκείνη.

Σαν σήμερα έχασα τον σύντροφό μου
Αυτή η μέρα, ήταν πέρσι που με πήραν τηλέφωνο από το νοσοκομείο να μου πουν ότι βρέθηκε πνιγμένος στη θάλασσα. 

Φάρος στην Άνδρο..!

Ο έμπορος της ευτυχίας... Γιώργος Ερνέστο Μουρελάτος.

Είναι αυτό το μικρό μαχαίρι που ζυγίζει κι όλας.

Δεμένος στην καρέκλα από κάποιου είδους εσωτερική συμφωνία
με την αυτοκαταστροφή, το γράπωμα στη ζωή ή την ανοησία μου,
περιμένω, όχι καρτερικά, την επίμαχη στιγμή.
Που θα πρέπει να κόψω μια λίβρα από τη σάρκα μου
σε αντάλλαγμα της ευτυχίας που συμφώνησα να λάβω.

Ιδού κόσμε, το γοερό μου δίλλημα. 

Αφότου το ίδιο έγινες με το δέρμα μου
και το μέσα μου τώρα όλα διπλά συμβαίνουν
σα σε αντικρινό καθρέφτη:

Αν κάνω πως κόβω από εσένα
ματώνω εγώ,
που δε μπορώ να σε κρατήσω ολόκληρη
όπως μου υποσχέθηκα.

Η συμφωνία χαλάει με το αίμα.
Αν κόψω από εμένα,
αργά πεθαίνω,
αφού κτηνωδώς το σώμα και το πνεύμα μου βιάζω
και το αφήνω να αιμορραγεί στην αψυχία που με πλησιάζει.

Πόσα προσωπεία φοράμε... Και άλλα πόσα κάτω απ΄ αυτά?.. Στην όψη πάνω της ψυχής μας?

Έρωτας... Νίκος Ορφανίδης.

Με μια ματιά σου άναψες
την φλόγα της καρδιάς μου
και στον ναό του έρωτα
με πήρες αγκαλιά
σαν ιέρεια στέκοσουν
πάνω στα κύματά σου
και γύρω μας σφυρίζανε
του πόθου τα φιλιά

Ανάσα μου αναρχική
με φρένα χαλασμένα
όνειρα που ξημέρωσαν
και σπάσαν την αυγή
Στου έρωτα την φυλακή
θα ζω ευτυχισμένα
γι' αυτό και σου παρέδωσα
σώμα μου και ψυχή

Οι Σειρήνες και ο Οδυσσέας από τον William Etty, 1837.

loumargi:
“The_Sirens_and_Ulysses_by_William_Etty,_1837
”

Την άτιμη την σκάλα... Σαν κατέβαινα, από την πόρτα έμπαινες... Και σε μια στιγμή... Είδα το άγνωστό σου..!

Το Μονόγραμμα... Οδυσσέας Ελύτης.

Θά πενθώ πάντα μ’ ακούς; γιά σένα,
μόνος, στόν Παράδεισο
Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχος
Μια στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ το δριμύ του μαύρου του θανάτου.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’ άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τα σώματα καί οί βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μια στόν αέρα μια στή μουσική
Τα δυο μικρά ζωα, τα χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ το δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τα κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’ τίς ξερολιθιές, πίσω άπ’ τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρεις φορές το μώβ τρεις μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Έψαξα να βρω...

soultobeloved:
“Aline Weber by Mikael Schulz for Vogue Mexico January 2018
”
Έψαξα να βρω τα πιο όμορφα χρώματα…
και μάζεψα λουλούδια,
κοίταξα ώρες ατέλειωτες 
θάλασσες και ουρανό,
ηλιοβασιλέματα, ανατολή 
και τα πουλιά και το ουράνιο τόξο…

μα απ’όλα όσα αντίκρισα 
ένα με μάγεψε μονάχα…
το ωραιότερο γαλάζιο, 
το πιο βαθύ και φωτεινό…
το χρώμα των ματιών σου!

Έψαξα να βρω τα πιο ευωδιαστά αρώματα…
και μύρισα τον άνεμο η άνοιξη σαν μπαίνει 
και άνθη και αρώματα πανάκριβα 
και τη βροχή που πέφτει…

μα απ’όλα όσα μύρισα 
ένα με πλάνεψε μονάχα…
το πιο ωραίο άρωμα που δεν θα το ξεχάσω, 
με ταξιδεύει, με μεθά… 
το άρωμα του κορμιού σου!

Αναμνήσεις... Νέλλη Κουμεντάκη.

Μια βόλτα
θα κάνω στα
υγρά σου τα μάτια,
ταξίδια ατέλειωτα στα
δικά σου παλάτια!

Μια βόλτα
θα κανω στης σκέψης
τον οίστρο, αναμνήσεις
να γράψω να σου ψιθυρίσω!

Δε Θυμάμαι Τη Λέξη... Στέλλα Βρακά.

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα και κοντινό πλάνο
Δε θυμάμαι τη λέξη.
Την πρωτοείδα σε μια ταράτσα
να κοιτάει θάλασσα κι ουρανό.
Να έχει αφεθεί στους ανέμους, στη βροχή
στον ήλιο και στη νύχτα
στους κελαηδισμούς και στις σιωπές.

Αξόδευτη από την αγλωσσία του χάους
με μια καθαρότητα ακαταπόνητη
απ' τους καιρούς.

Γιάννης Χαραλαμπάκης.

Όποιος δεν μπορεί να συγχωρέσει μια γυναίκα...
Δεν θα χαρεί ποτέ τον έρωτα!!!

Περασμένες αγάπες... Νίκος Ορφανίδης.

Ξημερώνει σε λίγο
και τ’ αστέρια σωπαίνουν
κουρασμένα καράβια
που τ’ αμπάρια βαραίνουν
μυστικά φορτωμένα
 που τις νύχτες μαθαίνουν

Κι εγώ ψάχνω στις στάχτες
της σιωπής να ξεφύγω
περασμένες αγάπες
του ονείρου το λίγο
της ζωής μου διαβάτες
που μου είπαν αντίο

Χαμογέλα μου... Νέλλη Κουμεντάκη.

Χαμογέλα μου
να με νοιάζεσαι,
μη ξεχνάς μη σιωπάς,
τ' αστέρια αγγίζω
σαν με κοιτάς!

Χαμογέλα μου
ν' αγκαλιάζω ουρανό
πεφταστέρι να νιώθω
στ' αλμυρό νερό!

Χαμογέλα μου
το θάμπος των ματιών σου
ν' αντικρίζω, λιακάδα στη
ψυχή να ζωγραφίζω!

Στον Κήπο Σου... Στέλλα Βρακά.

Στον κήπο σου
κοντά στο κορμί σου
το σπαρμένο βυθούς με κοράλια
κι αξόδευτα χάδια φεγγαριού.
Εκεί να στέκομαι.

Να γεύομαι την καλοσύνη των άστρων,
στο φέγγος των τραγουδιών
που απέθεσαν στα μάτια σου.
Να βλέπω το προσάναμμα της φωτιάς,
στην σοδειά των χειλιών σου.

Ο Προορισμός Του Κόσμου Μου... Στέλλα Βρακά.

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα στέκονται, ουρανός, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση
Ασυμμάζευτο αίσθημα
τι λόγια να βρω να σε τραγουδήσω,
να σε μικρύνω, να χωρέσω μέσα σου
ήπια, απαλά,
καταλυτικά λευτερωμένη,
στην φυλακή σου.

Ασυμμάζευτο αίσθημα,
τόσο μεγάλη η εξουσία σου!
Δεν γνωρίζεις λέξεις
μόνο αυτόν τον ήχο, της μεγάλης θάλασσας.

Λέγεται ελπίδα.. Βασιλική Α Γαβαλά.

Από τα μεσάνυχτα στο παραθύρι περιμένω τον ήλιο να φανεί...
Δεν αντέχω όλη τη γειτονιά γκρίζα
χωρίς χρώμα 
παντού άσφαλτο χωρίς χώμα...
Όλη η γειτονικά βουβή άδεια
ξεχύθηκαν θαρρείς παντού της ψυχής τα σκοτάδια
στο τραπέζι στο κρεββάτι
στο σβηστό τζάκι!

Περιμένω τον ήλιο να φανεί
εκείνος ξέρει να ζεστάνει τον κόσμο που κρυώνει!
Ήλιε μου το καλοκαίρι αργεί!
Μόλις έφυγε βιαστικά χωρίς αγκαλιές και φιλιά!
Έτρεξα να το αποχαιρετήσω μα δεν πρόφθασα...
Του φώναξα με φωνή ισχνό κλάμα
που έσβησε στα σύννεφα
κι η ζαχαρένια μου ματιά έλιωσε στη βροχή!

Ερωτικό ποίημα άγνωστης ποιήτριας από την αρχαία Ελλάδα

Αποτέλεσμα εικόνας για γυναικα από την αρχαία Ελλάδα
Με κοινή μας επιλογή και σύμμαχο την αγαπημένη Αφροδίτη, 
γίναμε ταίρι. Πονώ σα θυμάμαι που με φιλούσες επίμονα, 
σκορπίζοντας στο κορμί μου τόσο γλυκιά σύγχυση, ενώ είχες 
σκοπό να με παρατήσεις και να διαλύσεις την αγάπη μας.

Δεν αντιμάχομαι πια τον έρωτα που νιώθω.
Αγαπημένα άστρα και νύχτα δέσποινα, γλυκιοί συνεργοί, 
άσφαλτα στείλτε με σ’ αυτόν, που κι η ίδια η Αφροδίτη 
έρμαιο μ’ οδηγεί, εκεί, όπου ο μεγάλος Έρωτας περιμένει 
να με τυλίξει στα δεσμά του.