"Κόρη του Δια αθάνατη"... Σαπφώ.

Κόρη του Δια αθάνατη, πλανεύτρα Αφροδίτη
στον πλουμιστό σου και λαμπρό 
τον θρόνο γονατιστή προσπέφτω.
Παρακαλώ σε, σεβαστή, μη μου παιδεύεις την ψυχή
με πόνους και με στεναγμούς.

Μα ελα ‘δώ, αν κάποτε, άλλη μια φορά
ακούγοντάς με από ψηλά τη δέησή μου δέχτηκες.
Κι αφήνοντας τ’ ολόχρυσο του Δία το παλάτι κίνησες
ζεύοντας την άμαξά σου τη χρυσή.

Πουλάκια όμορφα γοργά φτεροκοπώντας ρυθμικά
στη μαύρη γη σε φέραν,
πετούν ψηλά στον ουρανό και μέσα στον αέρα·
κι εκείνα φτάσαν στη στιγμή.

Το χαμογέλιο ετύλιξε τη θεϊκή σου όψη
κι εσύ ευλογημένη, με ρώτησες: γιατί ξανά με προσκαλείς;
Σαπφώ, τι έχεις πάθει;
Ποιο είναι εκείνο που ποθεί η παθιασμένη σου ψυχή;
Ποια θες να ρίξει η Πειθώ μες στου σεβντά σου τον καημό;

Σαπφώ, ποια σε πληγώνει;
Τι κι αν αυτή φεύγει μακριά, γρήγορα θα σε κυνηγά,
τι κι αν για τώρα δεν κοιτά τα δώρα σου τα ερωτικά,
σε λίγες μέρες μοναχά δικά της θα σου δώσει,
ντι κι αν αυτή δε σε ποθεί,
στη στιγμή θα σ’ αγαπήσει και χωρίς να το θελήσει.

Έλα κοντά μου πάλι Εσύ, 
κι απ’ τις αβάσταχτες τις έγνοιες λύτρωσέ με,
κάνε αλήθεια να γενεί ό,τι η ψυχή πολύ ποθεί.
Και συ η ίδια βοηθός στάσου σιμά σε με κι εμπρός.
Προστάτεψέ με

Η Σαπφώ από την Ερεσσό της Λέσβου 
έζησε περί το έτος 600 π.Χ., ακριβώς δεν ξέρουμε πότε. 
Η θέση της γυναίκας στη Λέσβο ήταν πολύ καλύτερη 
απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ελλάδα. 
Μορφώνονταν, έβγαιναν από το σπίτι, 
μάθαιναν καλούς τρόπους, 
μουσική χορό σε διάφορους ομίλους.
Στον κύκλο κοριτσιών της Σαπφούς 
υπήρχε μια βαθιά εσωτερική σχέση μεταξύ τους, 
κάτι που οδήγησε στην εικόνα της ομοφυλόφιλης ποιήτριας 
η οποία δεν έχει βάση στην πραγματικότητα.
Η ποίησή της αφορά τον έρωτα και το κάλλος.

Αν ποτέ…

para56:
“Anything that costs you your peace is too expensive….learn to let it go.
”
Αν ποτέ μπορέσεις και σταθείς στη στάχτη των ονείρων σου, 
χωρίς να ανοίξεις καμμιά πληγή στην καρδιά σου, 
τότε μόνο μπορείς να πεις... 
Ζωή σε νίκησα… ” 
Είσαι τέλειος!!

Η ευτυχία μετριέται με στιγμές…Γι’ αυτό....

Μη χαραμίζεις τον χρόνο σου!!!
Για να καταλάβεις την αξία ενός χρόνου, ρώτα κάποιον μαθητή που επανέλαβε κάποια τάξη…
Για να καταλάβεις την αξία ενός μήνα, ρώτα μια μητέρα που μόλις έχει γεννήσει…
Για να καταλάβεις την αξία μιας βδομάδας, ρώτα τον εκδότη ενός εβδομαδιαίου περιοδικού…
Για να καταλάβεις την αξία μιας ώρας, ρώτα τους εραστές που περιμένουν για να συναντηθούν…
Για να καταλάβεις την αξία ενός λεπτού, ρώτα ένα ταξιδιώτη που έχασε το τρένο του…
Για να καταλάβεις, τέλος, την αξία ενός δευτερόλεπτου, ρώτα κάποιον, που κόντεψε να πάθει ατύχημα…

Όποιος κοιτάζει προς τα έξω ονειρεύεται... Όποιος κοιτάζει μέσα του ξυπνάει..! (Karl Jung)

Η Νεράιδα... Παπαδιαμαντόπουλος Ιωάννης.

Κάτω στὸν κάμπο, ἐκεῖ σιμὰ 'ς τὸ γαλανὸ ποτάμι,
Ὅπου στὴν ὄχθη του γλυκὰ σφυρίζει τὸ καλάμι,
Στὰ χόρτα τἀνθοστόλιστα μιὰ μέρα τοῦ Μαρτιοῦ,
ᾙ νηὲς κ' οἱ νηοὶ ἐχόρευαν γειτονικοῦ χωριοῦ.
Ἐκεῖ στῶν πεύκων τὴ σκιά, στὸν κάμπο τὸ χλωρό,

Πόσαις ἐσέρναν τὸ χορὸ
Κοπέλλαις ὁποῦ ἔλαμπαν ἀπ' ὠμορφιὰ καὶ νηότη,
Μὲ παλληκάρια λυγιστὰ ὡσὰν ἰτιᾶς κλωνάρια·
Μὰ μέσ' ἀπὸ τὶς ὤμορφαις ἡ Δέσπω ἦταν ἡ πρώτη,
Κ' ὁ Χρόνης ὁ ποιὸ ζηλευτὸς μέσ' ἀπ' τὰ παλληκάρια.

Πολλοὶ γλυκοκυττάζανε τὴ Δέσπω νηοί, πολλαὶς
Τὸ Χρόνη ἐσαϊτεύανε ξανθαίς, μελαγχροιναίς,
Μὰ τῄς ᾿ματιαῖς τους ἔχαναν ἄδικα νηαὶς καὶ νηοί,
Γιατί στὸ Χρόνη τὴν καρδιὰ ἡ Δέσπω εἶχε δώσει,
Κι' ὁ Χρόνης τῆς ὡρκίσθηκε πῶς θὰ τὴν στεφανώσῃ
Ὕστερ' ἀπὸ τὸ ἄδολο Πασχαλινὸ φιλί.

Γλυκὰ βαροῦσαν τὰ βιολιά, καὶ 'στὴ δροσάτη φτέρη,
Τὰ παλληκάρια καὶ ᾑ νηαὶς χορεύαν ταῖρι, ταῖρι,
Καὶ τἄσπρα τὰ μαντήλιά τους εἰς τὸν ἀέρ' ἁπλώναν·

Ἔξαφν' ἀπὸ τῆς καλαμιαὶς ποῦ τὸ ποτάμι ἐζώναν,
Μπρόβαλε μιὰ χρυσόμαλλη, γαλανομάτα κόρη·
Ἄσπρα λουλούδια τοῦ νεροῦ στολίζαν τὰ μαλλιά της,
Ἐστάθηκε παράμερα καὶ τὸ χορὸ ἐθώρει,
Σὰν κἄποιον νἄθελε ναὐρῇ ἡ φλογερὴ ματιά της.

Καὶ σὰν ὁ Χρόνης ἔμεινε 'ςτὴ μέση μοναχός του,
Ἡ ξένη κόρη ἐσίμωσε κ' ἐστάθηκεν ἐμπρός του,
Κ' εἶπε γλυκά: « Ὁ σταυραητός, τὸ νηὸ τὸ παλληκάρι,
Ποῦ ἔχει τόση λεβεντιά, ποῦ ἔχει τόση χάρη,
Τί τάχα θὲ ν' ἀποκριθῇ 'ς τὴν ξένη, ἂν τοῦ γυρέψῃ
Στὰ χόρτα τἀνθοστόλιστα μαζύ του νὰ χορέψῃ;»
Κι' ὁ Χρόνης ἀποκρίθηκε: «Τὸ νηὸ τὸ παλληκάρι,
Πολλὴ δὲν ἔχει λεβεντιά, πολλὴ δὲν ἔχει χάρη,
Μ' ἁπλώνει τὸ μαντήλί του 'ςτὴν ξένη, ἂν τοῦ γυρέψῃ
Στὰ χόρτα τἀνθοστόλιστα μαζύ του νὰ χορέψῃ!».
Σκοπὸ γλυκό, χαρούμενο, βαροῦσαν τὰ βιολιά,

"Μες στην Ομίχλη"... Έρμαν Έσσε.

«Περίεργη, η περιπλάνηση στην ομίχλη!
Μοναχικοί οι θάμνοι και οι πέτρες,
κανένα δέντρο δεν βλέπει το διπλανό του
καθένας είναι μόνος.
Γεμάτος από φίλούς ήταν ο κόσμος
όταν η ζωή μου ήταν λαμπερή,
τώρα που η ομίχλη πέφτει
κανείς πιά δεν με βλέπει.
Πράγματι, δεν είναι φρόνιμο
να μην γνωρίζει κάποιος το σκοτάδι,
που αργά και αδυσώπητα
απ’όλους θα τον χωρίσει.
Περίεργη η περιπλάνηση στην ομίχλη!
Μοναξιά είναι μέσα της η Ζωή.
Κανείς δεν γνωρίζει τον άλλο,
καθένας νοίωθει μόνος.»

Το πιο δύσκολο στη ζωή... Είναι να μάθεις ποιες γέφυρες να περάσεις και ποιες να κάψεις..! (Laurence J Peter)

eroticmiddle:
“ Such a romance to this bridge, you can feel the stories it has seen in your heart and soul …. Beautiful
”

Κάποτε λοιπόν αυτά τα μεταλλικά κουρδιστά ρολόγια ξυπνητήρια... Είχαν εξέχουσα θέση..!

Που οδηγεί... Αυτός ο δρόμος?

briannadamra:
“  briannadamra.tumblr.com
”

Ένας σύζυγος είναι ό,τι απόμεινε από τον γκόμενο μετά την απονεύρωση..! (Hellen Rowland)

gardenofelegance:
“Garden of Eleganceಌ
”
Beautiful white Christmas

Αὐτὸ τὸ ἀστέρι εἶναι γιὰ ὅλους μας... Τάσος Λειβαδίτης..

coiour-my-world:
“Stargate ~ Juan I. Cuadrado
”
Θά ῾θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, 
μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη.
Νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ χτίστες ἀπ᾿ τὶς σκαλωσιὲς 
καὶ νὰ φιλιοῦνται μὲ τὸν ἥλιο
νὰ τὸ μάθουν στὰ καράβια οἱ θερμαστὲς 
καὶ ν᾿ ἀνασάνουν ὅλα τὰ τριαντάφυλλα
νὰ τ᾿ ἀκούσει ἡ ἄνοιξη καὶ νά ῾ρχεται πιὸ γρήγορα
νὰ τὸ μάθουν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν φοβοῦνται τὸ σκοτάδι,
νὰ τὸ λένε τὰ καλάμια στὶς ἀκροποταμιές, τὰ τρυγόνια πάνω στοὺς φράχτες
νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ πρωτεύουσες τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸ ξαναποῦνε μ ὅλες τὶς καμπάνες τους
νὰ τὸ κουβεντιάζουνε τὰ βράδια οἱ πλύστρες χαϊδεύοντας τὰ πρησμένα χέρια τους.
Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
ποὺ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο
καμιὰ ἐλπίδα πιὰ νὰ μὴν πεθάνει.
Νὰ τ᾿ ἀκούσει ὁ χρόνος καὶ νὰ μὴν σ᾿ ἀγγίξει, ἀγάπη μου, ποτέ.
Ναὶ ἀγαπημένη μου,
ἐμεῖς γι᾿ αὐτὰ τὰ λίγα κι ἁπλὰ πράγματα πολεμᾶμε
γιὰ νὰ μποροῦμε νά ῾χουμε μία πόρτα, ἕν᾿ ἄστρο, ἕνα σκαμνὶ
ἕνα χαρούμενο δρόμο τὸ πρωὶ
ἕνα ἤρεμο ὄνειρο τὸ βράδι.
Γιὰ νά ῾χουμε ἕναν ἔρωτα ποὺ νὰ μὴ μᾶς τὸν λερώνουν
ἕνα τραγούδι ποὺ νὰ μποροῦμε νὰ τραγουδᾶμε
Ὅμως αὐτοὶ σπᾶνε τὶς πόρτες μας
πατᾶνε πάνω στὸν ἔρωτά μας.
Πρὶν ποῦμε τὸ τραγούδι μας
μᾶς σκοτώνουν.

Μᾶς φοβοῦνται καὶ μᾶς σκοτώνουν.
Φοβοῦνται τὸν οὐρανὸ ποὺ κοιτάζουμε
φοβοῦνται τὸ πεζούλι ποὺ ἀκουμπᾶμε
φοβοῦνται τὸ ἀδράχτι τῆς μητέρας μας 
καὶ τὸ ἀλφαβητάρι τοῦ παιδιοῦ μας
φοβοῦνται τὰ χέρια σου ποὺ ξέρουν 
νὰ ἀγγαλιάζουν τόσο τρυφερὰ
καὶ νὰ μοχτοῦν τόσο ἀντρίκια
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ λέμε οἱ δυό μας 
μὲ φωνὴ χαμηλωμένη
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ θὰ λέμε αὔριο ὅλοι μαζὶ
μᾶς φοβοῦνται, ἀγάπη μου, καὶ ὅταν μᾶς σκοτώνουν
νεκροὺς μᾶς φοβοῦνται πιὸ πολύ.

Αναπότρεπτο... Τάσος Λειβαδίτης.

Όλα δείχναν πως είχε τελειώσει η αγάπη μας.
Τα χάδια μας ξυπνούσαν τώρα πιότερο την ανάμνηση
παρά το ίδιο μας το κορμί.

Κι όμως δε θέλαμε να το
πιστέψουμε,
επιμέναμε. Σκεπάζοντας τις ρωγμές του χρόνου
με όρκους, δάκρυα, ασέλγειες, κι άλλες τέτοιες υπέροχες
και μάταιες υπερβολές.

Μα όταν εκείνο το βράδυ σηκωθήκαμε και ντυθήκαμε σιωπηλά
κι έφυγες χωρίς να σε σταματήσω ή να σε καλέσω πίσω
και το κρεβάτι έμεινε βουλιαγμένο κι αδειανό, σαν ένας τάφος
που ζητάει τον νεκρό του,
και βρέθηκες μονάχη στη μέση του δρόμου, κι εγώ
καταμόναχος στην άδεια παγωμένη κάμαρα,

έκλαψα, έκλαψα τότε ατέλειωτα,
καθώς είδα με τρόμο ξαφνικά, πόσο είχαμε σταθεί για πάντα
ξένοι.

"Βαδίζεις σε μιαν έρημο"... Κική Δημουλά

kremenska-blog:
“From imgfave.com
”
Βαδίζεις σε μιαν έρημο. 
Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. 
Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, 
ωστόσο εσύ 
είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. 

Το ουράνιο τόξο είναι ένα οπτικό φαινόμενο, ένα τέχνασμα φωτός..!

Η μανία της αμφιβολίας... Φερνάντο Πεσσόα.

Για μένα, όλα τα πράγματα είναι ένα αίνιγμα
Που απ’το αυτονόητο ξεκινά
Και με τα συνεχή του ερωτήματα
Κουράζει την καρδιά μου.
Τα πράγματα είναι και φαίνονται και τίποτα δεν αποδίδει
Το μυστικό που περιβάλλει τη ζωή.

Όλων των πραγμάτων πάντα η παρουσία
Ερωτήματα επώδυνα μου θέτει
Επιφορτίζοντας το νου μου με φοβερούς ενδοιασμούς.
Πόσο ψευδής είναι η αλήθεια; Και πόσο φαίνεται
Εφόσον όνειρα είναι όλα, και το παν είναι ένα όνειρο.

Η θέλησή μου εξασθενίζει στο μυστήριο μπροστά
Ξεσκισμένη πολεμά στο μυαλό μου μέσα,
Και η Λογική σαν δειλή τρομάζει
Να διαπιστώσει
Πως όσο περισσότερα τα πράγματα αποκαλύπτουν
Ακόμη περισσότερα τα ίδια κρύβουν

Πέτα τη μάσκα….

“Επειδή κατάφερες να κρύβεσαι καλά μέσα στη σκιά σου, μέσα στη μοναξιά σου, πίσω από την οθόνη σου, νόμισες ότι ξέφυγες από το βλέμμα μoυ?

Επειδή έβαλες φτερά αγγέλων  στις αμαρτίες σου νόμισες πως κέρδισες τη σωτηρία της ψυχής σου?

Eπειδή φόρεσες την αποκριάτικη μάσκα σου νομίζεις ότι μου κρύφτηκες?

Επειδή είπες γλυκά λόγια νομίζεις ότι έκρυψες την αλητεία της καρδιάς σου

Αλήθεια δε φοβάσαι εμένα  το κωλόπαιδο τον χάκερ, μήπως κάποια στιγμή σπάσω τους κωδικούς της υποκρισίας σου? 
Μήπως σε καταλάβω?

Ότι φοράς 365 μάσκες το χρόνο??? Kάθε μέρα Καρναβάλι…

Όμως… δε το ξες φίλε μου ότι στο τέλος τον καίνε τον καρνάβαλο?

Ασε αυτά τα γελοία που αραδιάζεις στον εαυτό σου, για να τον διατηρείς στην ομηρία. 
Πως τάχα εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους, πως εσένα απλά δε σε αγαπήσανε… δε σου δώσανε πράγματα που τα αξίζεις κλπ, κλπ.

Ενας τρόπος υπάρχει!
Πέτα τη μάσκα…. Δείξε το πραγματικό σου πρόσωπο… Σίγουρα σε κάποιον θα αρέσει…

Κάνε μια απότομη αναστροφή! Να τους κουφάνεις!

MYBELLAVISTA’S BLOG

Οι κούνιες... (Φάμπιο Μοράμπιτο)

Ο καθένας μας ξέρει τις κούνιες, είναι απλές όπως ένα κόκκαλο ή όπως ένας ορίζοντας.
Λειτουργούν με έναν επιβάτη και για τη συντήρησή τους αρκεί να τις ξαναβάφει κανείς που και που.

Κάθε γενιά τις περνάει ένα χέρι με ένα καινούργιο χρώμα, αλλά κατά τα άλλα τις αφήνει ως έχουν.

Κανένας δεν προσπαθεί να βρει καινούργιο ντιζάιν για τις κούνιες, ουδέποτε υπήρξαν αγώνες ή μαθήματα κούνιας, τις κούνιες δεν τις κλέβει κανείς, ποτέ το ραδιόφωνο δεν μεταδίδει το τρίξιμο που κάνουνε οι κούνιες.

Οι άνθρωποι κάθε γενιάς τις βάφουν με άλλο χρώμα, για να θυμούνται τις κούνιες εκείνες που σαν ήταν παιδιά τους μύησαν στο κούνια μπέλα, στη μελαγχολία, στη μάταιη προσπάθεια να θέλουν να είναι διαφορετικοί από τους άλλους, εξαντλώντας έτσι σαν παιδιά και τις τελευταίες δυνάμεις τους για κάτι το ακατόρθωτο, με την ελπίδα να μεταμορφωθούν, ως ότου κάποια μέρα, χωρίς να χύσουν ούτε ένα δάκρυ, κατέβηκαν από την κούνια τους και ξαναβρήκαν τον εαυτό τους και το καθαρά προσωπικό τους όνομα, ένα βήμα πια πιο κοντά στον μακρινό ακόμα θάνατο.

Μπορούμε να ελαφρύνουμε τη θλίψη... Με έναν καλό ύπνο... Ένα μπάνιο κι... Ένα ποτήρι κρασί..! (Θωμάς Ακινάτης)

Ο φάρος θα μας οδηγήσει... Άλλα δεν βλέπουμε..!

Μόνο γιατί μ'αγάπησες... (Μαρία Πολυδούρη)

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.

Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάη
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάη,
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

Θα ῾θελα να είμαι το σιρίτι της σιωπής σου... Εκείνο το λεπτό υφάδι Κατά μήκος τού απόλυτου λευκού..!

Ο έρωτας συγκλόνισε την καρδιά μου όπως ο άνεμος που κατεβαίνει από το βουνό τραντάζει τις βελανιδιές..! (Σαπφώ)

Διώνη... "Οι άντρες ποθούν το κάλλος"... (Εγγονόπουλος)

οι άντρες ποθούν το κάλλος
οι γυναίκες αφειδώς το προσφέρουν
αυτό το παραδεχόμαστε κι εμείς
οι απόγονοι των Μαραθονομάχων

γι αυτό δεν έχουν λόγο
το έτος της γυναίκας
κι άλλες ανόητες φασαρίες
και τα μασκαραλίκια 
των σουφραζεττών

από το «τη Υπερμάχω στρατηγώ»
τις κρητικές μαντινάδες
το «Αλφάβητο υης Αγάπης»
από τους ιθυφαλλικούς* χορούς των προγόνων

ίσαμε το
«αυτά τα μαύρα μάτια
που με κοιτάζουνε
χαμήλωσέ τα φως μου…»

για της προτάσεως το ακριβές
με λόγο και με έργο
όλοι συνθέτουμε λαμπρές ανθοδέσμες
και αέανα τις προσφέρουμε των γυναικών

Αυτό που ονομάζουμε "ευπρέπεια", δεν είναι τίποτα άλλο... Από την εξωτερική ομορφιά..! (Ιμμάνουελ Καντ)

Το όνομα της είναι... Ηρεμία..!

djferreira224:
“ Morning tranquility ~ Sparks Lake ~ by Mike Putnam
”

Κάποια μέρα κοιτάζοντας πίσω, τα χρόνια... Θα σου φαίνονται τα πιο ωραία..!

dicemagazine:
“We featured this barn find 1940 Knucklehead, now owned by #DanAuerbach, back in issue 60. Here is a photo as it was pulled out and she saw light for the first time in years. Back issues are available by clicking the link on our profile...

Για να είμαστε ευτυχισμένοι... Πρέπει να μη μας απασχολούν πολύ οι άλλοι..! (Albert Camus)

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ

Η απώλεια της Αγάπης..! (Κάουντυ Κάλλεν)

Μπαίνοντας σ’ ένα άδειο μέρος,
Χωρίς να τη βρω σε κανένα δωμάτιο
Τα κεριά και τα φώτα που ανάβω
Αργοσβήνουν μπροστά σ’ έναν άνεμο μελαγχολίας.

Χοντρή η επιφάνεια της σκόνης απλωμένη παντού
Ένα ταιριαστό θλιβερό μέρος να γράψεις το όνομά της
Ή να σχεδιάσεις το πρόσωπό της με τον τρόπο που κοίταξε
Εκείνη τη θρυλική νύχτα που ήρθε.

Το παλιό σπίτι καταρρέει σιγά-σιγά
Κάθε μέρα ακούω τον απαίσιο γδούπο
Που λέει πως ένα άλλο άνοιγμα υπάρχει εκεί
Να περνούν οι άνεμοι και να πλημμυρίζουν οι καταιγίδες.

Οι οπωρώνες μου στενάζουν και γέρνουν από φρούτα
Όπου, με Ινδική σοφία οι μέλισσες φέρνουν γύρω
Τ’ άφησα να σαπίζουν πάνω στα κλωνάρια
Και τρώω ότι πέφτει στο χώμα.

Οι βαριές αγελάδες κοπίασαν
Στην αγωνία με σβολιασμένες θηλές
Τα χέρια μου είναι χαλαρά
το αίμα μου κρύο.
Απορώ πως η καρδιά μου χτυπάει ακόμα.

Δεν έχω καμία επιθυμία να κλάψω ή να τραγουδήσω,
Ούτε επιθυμία να προσευχηθώ ή να καταραστώ
Η απώλεια της αγάπης είναι φοβερό πράγμα
Λένε ψέματα εκείνοι που πιστεύουν πως ο θάνατος είναι χειρότερος.

Ο έρωτας και η Ψυχή... "Ένα όμορφος παραμύθι"..!

Αποτέλεσμα εικόνας για Έρωτας και Ψυχή
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν  μια  κοπέλα που λεγόταν Ψυχή και ήταν η κόρη ενός ισχυρού βασιλιά που έζησε στην αρχαιότητα. 
Ήταν λοιπόν μία όμορφη βασιλοπούλα, τόσο όμορφη όμως, που η ομορφιά της δεν ήταν ανθρώπινη. 

Η εμφάνιση της και μόνο, την ανέβαζε πιο ψηλά απο την γήινη σφαίρα αλλά το χάρισμα της, δοσμένο από τους θεούς, την καταδίκαζε σε σκληρή μοναξιά. 
Όταν η Ψυχή μεγάλωσε κι έφτασε σε ηλικία γάμου, πολλοί μνηστήρες που ήξεραν τη φήμη της έρχονταν απ’όλα τα μέρη του κόσμου για να την θαυμάσουν, αλλά όταν έφταναν στο παλάτι και την αντίκρυζαν με δέος, έφευγαν τρομαγμένοι και θλιμμένοι, γιατί κανένας τους δε θα τολμούσε ποτέ να την κάνει δική του..

Έτσι λοιπόν τα χρόνια περνούσαν και η Ψυχή έβλεπε τις φίλες της και τις αδελφές της να παντρεύονται, να κάνουν παιδιά και να φεύγουν απο κοντά της, κι η ίδια έμενε πάντα μόνη στο παλάτι του πατέρα της.

Ο βασιλιάς λοιπόν, που δεν άντεχε να βλέπει την κόρη του να ζει σε τόση μοναξιά, ταξίδεψε μια μέρα μέχρι το Δελφικό μαντείο του Απόλλωνα, κι αφού θυσίασε και αφιέρωσε στους θεούς όσα πρόσταζαν τα έθιμα της εποχής του, ζήτησε από τους θεούς να βρουν ένα ταίρι στην Ψυχή. 
Και οι θεοί λυπήθηκαν τον θνητό και αποφάσισαν να τον βοηθήσουν. 
Όμως η βοήθεια των θεών είναι πάντα δύσκολη κι αινιγματική.. 
Έτσι λοιπόν ανακοίνωσαν στο βασιλιά ότι θα δώσουν αυτοί σύζυγο στην πριγκίπισσα, αρκεί αυτός να την ντύσει νύφη και να την εκθέσει σε ένα βράχο. 
Εκεί, οι θεοί υποσχέθηκαν οτι θα στείλουν ένα τρομερό τέρας που θα πάρει την Ψυχή και θα την κάνει δική του.

Ο βασιλιάς γύρισε στο παλάτι έντρομος. 
Τί θα γινόταν η Ψυχή, η αγαπημένη του κόρη; 
Όμως ακόμα περισσότερο φοβόταν τους θεους.. 
Ο ίδιος έθεσε την θυγατέρα του στο έλεος των θεών και τώρα έπρεπε να υπακούσει στη θέληση τους. 
Έτσι ανακοίνωσε στο παλάτι το χρησμό.

Την καθορισμένη μέρα,οι κοπέλες του παλατιού στόλισαν την Ψυχή με τα νυφικά της ενδύματα και μία νεκρώσιμη πομπή τη συνόδευσε στο βράχο. 
Ο οίκος θρηνούσε για τη δύστυχη πριγκίπισσα που δε θα ξανάβλεπε το παλάτι του πατέρα της. 
Εκεί, άφησαν την κοπέλα μόνη κι επέστρεψαν στο παλάτι.

Όταν η Ψυχή έμεινε μόνη,ένας πολύ δυνατός άνεμος άρχισε να φυσά μέχρι που τη σήκωσε ψηλά και την μετέφερε πολύ-πολύ μακριά! 
Όταν άρχισε να πέφτει η νύχτα, ο άνεμος κατέβασε την τρομαγμένη κοπέλα και την άφησε σε μία ήρεμη καταπράσινη κοιλάδα όπου την αποκοίμησε με το τραγούδι του. 
Το πρωί η πριγκίπισσα ξύπνησε από όμορφα νυφιάτικα τραγούδια και είδε πως βρισκόταν στους όμορφους κήπους ενός ολόχρυσου παλατιού! 
Γύρω της βρίσκονταν νεαρές υπηρέτριες που την υποδέχονταν και τη φρόντιζαν με στοργή, γελούσαν και τραγουδούσαν ευτυχισμενές μαζί της.