Ναυαγησα... Νέλλη Κουμεντάκη.

Στο φευγιό της μοναξιάς και στου γιαλού το κύμα, 
μου τραγουδούσε η θάλασσα του έρωτα το ποίημα!
~ ~
Στην ερημιά ναυάγησα τη νύχτα με φεγγάρι, 
και φώτιζε τα σ' αγαπώ στην άμμο σαν λιχνάρι!
~ ~
Μ' έβγαλε εκεί στην αμμουδιά του μελτεμιού το κύμα, 
στου γλάρου το φτερούγισμα να ταξιδεύω πρίμα!
~ ~
Ξεχάστηκα στα κύματα στη μέθη του πελάγου, 
σ' ένα φιλί της θάλασσας σ' μια αγκαλιά του γλάρου!
~ ~
Στο φευγιό της μοναξιάς σαλπάρεις στα φεγγάρια,
στου μελτεμιού τα κύματα ξεχνιέσαι στα κοράλια!
~ ~
Στη δίψα μου νερό θα πιώ αλμύρα της θαλάσσης, 
και στα δυο χείλη σου χυμό γεύση κεράσι!

Τα ματάκια σου... Ελεύθερη ποίηση.

Αυτά που τόσο αγάπησα,ματάκια σου
Να τα ξεχάσω δεν μπορώ
Με καρφώνουν διαρκώς
Στο τότε με γυρίζουν 
Τότε που σε πρωτογνώρισα 
Σκοτάδι γύρο μου παντού
Μα συ έλαμπες κι έδινες χρώμα στη νύχτα μου
Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πρώτο σου χαμόγελο 
Ακόμα το θυμάμαι κι η καρδιά μου φτερουγίζει 
Από την πρώτη φορά σ' αγάπησα 
Κι έκλαψα όταν μου έφυγες 
Μη μου το ξανακάνεις,σε παρακαλώ
Δεν ξέρω πως θα αντιδράσω,τι θα απογίνω
Σ' αγαπάω να το ξέρεις,μη το ξεχάσεις ποτέ
Ακόμα και τώρα που γράφω με καρφώνουν 
αυτά τα ματάκια σου. Και στο τότε με γυρίζουν.

Κουβεντιάζοντας... Κυριάκος Κάππα.

Σε μονοπάτι που είναι δύσβατο, πέτρινο και στενό,
δεν ξέρω πως απόψε, το θέλησα να περπατήσω,
την θάλασσα από ήσυχη γωνιά, να την εσεργιανίσω,
κι ας ταξιδέψω μακριά, με των κυμάτων τον χορό.

Να κουβεντιάσουμε με τον Θεό, αυτός μόνο κι εγώ,
για όλα που ‘χω στο μυαλό τα πως να τον ρωτήσω.
Χωρίς υπεκφυγές κι ούτε ντροπές, να του ζητήσω,
ειλικρινά να μου απαντήσει, σε όσα έχω να του πω.

Στάσου κοντά στην θάλασσα, πάνω απ’ το αλμυρό νερό,
κι ανάμεσα σε όσα εκεί μέσα ζουν, εσένα να αντικρίσω.
Έστω και με τα χέρια της ψυχής, για λίγο να σ’ αγγίσω,
για μια μόνο στιγμή να το μπορέσω, τα μάτια σου να δω.

Το χέρι σου μετά μ’ ευλάβεια, σφιχτά σαν θα κρατώ,
με σένα συντροφιά, στα γαλανά νερά να περπατήσω.
Μπορώ κι εγώ όπως κι ο Λάζαρος, να σε ρωτήσω,
μετά από τέσσερεις ημέρες, από την γη ν’ αναστηθώ.

Το ερωτικό τραγούδι του Άλφρεντ Χίτσκοκ... Vladimir Djurisic

Ας πάμε λοιπόν, πράμα και τάμα
(και πράμα και τάμα και ύστερα κλάμα),
και πού και πότε ποτέ γιατί εκδίκηση του ποιος 
από το πώς μεταφορικών ασύλων οφέλη
που σκορπίζουν το «Το» σαν άδειο σεντόνι από σύννεφο
και τη χειρονομία αποθεώνουν, ψάχνουν τον Ουρανό 
κι ανακαλύπτουν την ουρά, ανακαλύπτουν τον τύπο 
απ’ τους Μπι Τζις στο Ψάχνοντας τον Νέμο. 

Όπου ο άρπαγας της άρπας φειδωλός σαν φίδι δεν 
φείδεται των άρπυιων και άρπαγων κυριών, που πάνε 
που πίνουν και κέρασμα προτείνουν κατά  τον Κάμινγκς. 
Ώρες ροής, τηλεφωνικής ακοής,στα  δωμάτια οι γυναίκες 
τριγυρνούν για τον  Μιχαήλ Άγγελο  Αντονιόνι συζητούν.
Ξέσπασμα πραγμάτων σε όραμα έκρηξης ποζάρει γι’ αληθινό:
Η σημασία της ανάδειξης της κρίσης επιμένει στον ψεύτικο 
ανδρισμό των χωρικών στη Σαπουνόπερα.

Οι επικηρυγμένοι υπομονετικοί, ψεγάδια σιωπηρού 
ξεπουλήματος, προσδιορίζουν την ελευθερία ξανά,
και βαριόμαστε, σε πολύ δέρμα καθόμαστε…
Και πράγματι θα υπάρξει χρόνος. Να γράψω 
με ζέση για τους συνταξιούχους τρελούς θα υπάρξει 
χρώμα στον Μύθο του Γιατί όταν θ’ αναρωτηθώ:

Σοφία ενός βασιλιά... Ντίνα Αλεξοπούλου.

Πάρε χρόνο να σκεφτείς,
Είναι η πηγή της δύναμης.

Πάρε χρόνο για να αποσπάσεις την προσοχή,
Είναι το μυστικό της αιώνιας νιότης.

Πάρε χρόνο για να διαβάσεις,
Είναι η πηγή της Σοφίας.

Πάρε χρόνο για να αγαπήσεις
Είναι ένα θεϊκό προνόμιο.

Πάρε χρόνο για να είσαι ευγενικός,
Είναι το μυστικό της ευτυχίας.

Ζήσε.... Ντίνα Αλεξοπούλου.

Ώ άνθρωπε!..Ζήσε...
Ζήσε την στιγμή την ώρα, 
αγάπα με όλο σου το είναι.
Γιατί ποτέ δεν ξέρεις πόσος χρόνος 
σου έχει μείνει στον πάγκο. 

Πάντα πιστεύουμε ότι έχουμε χρόνο.
Αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. 
Μια μέρα συνειδητοποιούμε ότι έχουμε 
περάσει το σημείο χωρίς επιστροφή,
αλλά, τότε είναι πολύ αργά...

Το σημείο της μη επιστροφής είναι 
η στιγμή που συνειδητοποιούμε ότι 
δεν μπορούμε πλέον να γυρίσουμε 
πίσω, Η στιγμή που θα καταλάβουμε
ότι όλα τα είχαμε αφήσει στην τύχη.."

Σαν τη κουκουβάγια... Κωνσταντίνος Μακρής

missharpersworld:
“misterowlhoots:
“ owls by macAna
”
gorgeous
”
Σαν τη κουκουβάγια
Μες τη νύκτα ζω
Σέρνοντας το πτώμα μου βασανισμένα.
Ανίερη νυχτιά,
Σιωπηλή μοιάζει η κραυγή μου
Ασήμαντη στου κόσμου την πληθώρα.
Ζει ο άνθρωπος τη νύχτα μόνος;
Ζει! Σαν νεκροφόρα... 

Εμείς τα Πουλιά... Καλώς ήρθες στο Σμήνος μας..!

Μέδουσα...Τζέιμς Μέριλ

Το κεφάλι, φυσικά, είχε περιπέσει σε ανάγκη επισκευής
Εάν όχι σε ανυποληψία. Οι γενναιόδωρες μέρες
Όπου το κενό μαρμάρινο βλέμμα
Ήταν τυφλό από μόνο του, δεν χρειάζονταν βρύα

Να χαλάσουν την τυφλότητά του,
Εκπληκτικά τυφλό, οι υπέροχες μέρες είναι σπάνια
Ελικοειδή στο αφτί Του χρόνου. Το στόμα-πηγή
Ασπρίζει με κουτσουλιές. Τα πουλιά που σφύριζαν στο 
χείλος της λεκάνης είναι νότια, ή έκαναν κύκλους 
Χαριτωμένα εκεί που άφριζε το λευκό νερό.

Ιθάκη... Ντίνος Χριστιανόπουλος

Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια
η από ανάγκη να ξεφύγω τον εαυτό μου,
τη στενή και μικρόχαρη Ιθάκη
με τα χριστιανικά της σωματεία
και την ασφυχτική της ηθική.

Πάντως, δεν ήταν λύση, ήταν ημίμετρο.

Κι από τότε κυλιέμαι από δρόμο σε δρόμο
αποχτώντας πληγές κι εμπειρίες.
Οι φίλοι που αγάπησα έχουνε πια χαθεί
κι έμεινα μόνος τρέμοντας μήπως με δει κανένας
που κάποτε του μίλησα για ιδανικά…

Ο Βασιλιάς Της Υδρας.

Τον συνάντησα καθισμένο δίπλα στην αποβάθρα,
κοιτάζοντας το μεσημέρι.

Γένια κατοικημένα από τρίτωνες
και εργατικά καβούρια στα φύκια του στήθους.
Περνώντας από εκεί, τα παιδιά, του φώναξαν:
«Χαίρε, χαίρε βασιλεύ της Ύδρας!»,

Και τον χλεύασαν γιατί τα μάτια του
αιωρούνταν σταθερά στο θρόνο της παραίσθησης.
Πιο αργά απομακρύνθηκα από το χωριό και τους 
τουρίστες τουγια να βρω τη λύση του λαβύρινθου
και να κατανοήσω τον κόσμο και να τον συμπτύξω 
σε μία λέξη ομοιάζουσα με στοργή.

Περιπλανήθηκα ανάμεσα στα παραθυρόφυλλα 
και στον ασβέστη, ανηφορίζοντας στα σοκάκια, όπου 
το φως μιλούσε στους τοίχους όπως και στα μαντεία.

Σε κάτι γέφυρες... Ελεύθερη ποίηση.

Σταθμό σταθμό, καρέ καρέ, μαντέμι κουρασμένο
βρήκα μια κούνια στο κουπέ, άδεια  να γράφει «ξένο».
Νερό και κάρβουνο κι οργή, μια μνήμη κορεσμένη
ποιος να θυμάται την αρχή, ποιος τάχα περιμένει.

Ψυχές οι ράγες και βογκούν, πάνω στο πεπρωμένο
μου λένε μια και μια σιωπούν, πως είμαι εγώ το τρένο.
Και μια μονάχη αλλοτινή, να μ’ αγαπά σαν κλέφτη
πετώ τ’ ασήμι στη γραμμή, κι αυτή μπροστά μου πέφτει.

Χτυπώ βαριά της μηχανής, το σύνδεσμο να λύσω
μ’ αυτή κρυφά μ’ ακολουθεί, σ’ έναν καθρέφτη πίσω.
Σε κάτι γέφυρες παλιές, φαντάσματα στο χρόνο
να μου στυλώνει τις γραμμές, έξω από νου και νόμο.

Ίδιος πάντα με κάθε φεγγάρι... Ελένη Σοφία Στοίλου.

Λιμάνι απάνεμο, της σκέψης καράβι
Η ελπιδα πλαγιασε στο ολανθιστο βραδυ
Στην ψυχη ζωγραφισμενο της μοναξιας το ποτηρι
Δυνατος ο χτυπος του ερωτα, ζωης ξυπνητηρι

Στην ερημια του απεραντου, το γαλαζιο απλωνει
Του βορια, του Χειμωνα, του Ηλιου μπαλκονι
Στο φως του αστεριου παιζει κρυφτο
Μαγικα τα βοτανα, το ραβδι του χρυσο!

Στεκει κοιταζει !! Ιδιος ο ηχος
Αποκοσμη αυρα, μπουμπουκι στο στηθους
Εισχωρει στην σκεψη, στους παλμους της καρδιας
Ολα πανω- κατω με μια του ματια!!

Έψαξα να σε βρω... (Άγνωστος ποιητής)

Έψαξα να βρω τα πιο όμορφα χρώματα…
και μάζεψα λουλούδια,
κοίταξα ώρες ατέλειωτες θάλασσες και ουρανό,
ηλιοβασιλέματα, ανατολή και τα πουλιά και το ουράνιο τόξο…
μα απ’όλα όσα αντίκρισα ένα με μάγεψε μονάχα…
το ωραιότερο γαλάζιο, το πιο βαθύ και φωτεινό…
το χρώμα των ματιών σου!

Έψαξα να βρω τα πιο ευωδιαστά αρώματα…
και μύρισα τον άνεμο η άνοιξη σαν μπαίνει και άνθη 
και αρώματα πανάκριβα και τη βροχή που πέφτει…
μα απ’όλα όσα μύρισα ένα με πλάνεψε μονάχα…
το πιο ωραίο άρωμα που δεν θα το ξεχάσω, με ταξιδεύει, 
με μεθά… το άρωμα του κορμιού σου!

"Μαύρες ελπίδες πάνω σε λευκά σεντόνια... Μπέττυ Κούτσιου.

Σε παρακαλώ μίσησε με.
Δεν αντέχω να με αγαπάς σε έναν κόσμο που δεν σε περιέχει.
Δεν φαντάζεσαι πόσο κουράγιο κάνω κάθε φορά που 
μου λείπεις. Στάζουν οι φλέβες μου θάνατο.
Δεν το νιώθεις;  Πεθαίνω εγώ για να ζήσεις εσύ.
Και δεν με νοιάζει που ξεψυχάω μακριά σου. Που δεν θα 
κλείνουν τα μάτια μου από την απουσία σου με νοιάζει.
Τόσες μέρες έχω να σε δω.

Σε παρακαλώ μίσησε με.
Αγαπώντας με, με φτάνεις κοντά στον Θεό. Όμως Εκείνος 
κατοικεί πολύ μακρυά σου.
Δεν θέλω να ζω στον ουρανό εγώ και στην γη εσύ μόνος.
Θέλω να ζούμε κάτω από το ίδιο σύννεφο.
Θέλω να κάνω ταξίδια στο κορμί σου πάνω, όχι να πετάει 
μακριά  η ψυχή μου από το σώμα μου.

Η νύχτα στο νησί – Πάμπλο Νερούντα

’Ολη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου
κοντά στη θάλασσα, στο νησί.
’Ησουν άγρια και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο
ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.
’Ισως πολύ αργά
ενώθηκαν τα όνειρά μας,
στα ψηλά ή στα βαθιά,
στα ψηλά σαν κλαδιά που κουνάει ο ίδιος άνεμος,
στα χαμηλά σαν κόκκινες ρίζες που αγγίζονται.

’Ισως το όνειρό σου
χωρίστηκε από το δικό μου
και στη σκοτεινή θάλασσα
με έψαχνε όπως πρώτα
όταν δεν υπήρχες ακόμα,
όταν χωρίς να σε διακρίνω
έπλεα στο πλάι σου,
και τα μάτια σου έψαχναν
αυτό που τώρα

Ερωτικό ποίημα άγνωστης ποιήτριας από την αρχαία Ελλάδα

Αποτέλεσμα εικόνας για γυναικα από την αρχαία Ελλάδα
Με κοινή μας επιλογή και σύμμαχο την αγαπημένη Αφροδίτη, 
γίναμε ταίρι. Πονώ σα θυμάμαι που με φιλούσες επίμονα, 
σκορπίζοντας στο κορμί μου τόσο γλυκιά σύγχυση, ενώ είχες 
σκοπό να με παρατήσεις και να διαλύσεις την αγάπη μας.

Δεν αντιμάχομαι πια τον έρωτα που νιώθω.
Αγαπημένα άστρα και νύχτα δέσποινα, γλυκιοί συνεργοί, 
άσφαλτα στείλτε με σ’ αυτόν, που κι η ίδια η Αφροδίτη 
έρμαιο μ’ οδηγεί, εκεί, όπου ο μεγάλος Έρωτας περιμένει 
να με τυλίξει στα δεσμά του.

Ο σπουργίτης και το ουράνιο τόξο... Μάνος Κοντολέων.

Ήταν κάποτε ένας σπουργίτης που ήθελε να γνωρίσει το ουράνιο τόξο. 
Ήθελε να δει από κοντά τα χρώματά του. «Είναι πολύ μακριά το ουράνιο τόξο!» του έλεγε η σοφή κουκουβάγια. «Κι εσύ, τόσο μικρούλης που είσαι, θα κουραστείς και θα μείνεις στα μισά του δρόμου!» 

Όμως ο σπουργίτης δεν άλλαζε γνώμη. Κι έτσι ένα πρωί ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι. Πέρασε μέσα από το μεγάλο δάσος. Είδε τα λιοντάρια, τις τίγρεις, τους ελέφαντες και τις μαϊμούδες. «Πάω καλά για το μέρος που είναι το ουράνιο τόξο;» ρώτησε ένα χιμπατζή. «Καλά πας!» του απάντησε εκείνος. Μετά από το μεγάλο δάσος, ο σπουργίτης βρέθηκε στη μεγάλη θάλασσα. Είδε τα κύματα, είδε τα ψάρια, είδε τα καράβια, είδε και τους γλάρους. «Για το μέρος που βρίσκεται το ουράνιο τόξο, από εδώ πάνε;» ρώτησε ένα δελφίνι. «Ναι!» του απάντησε εκείνο. 

Δεν υπάρχει πιο ωραίο θέαμα από το όμορφο πρόσωπο... Δεν υπάρχει μουσική πιο γλυκιά από το ήχο της φωνής της αγαπημένης..!

Υπάρχουν νύχτες που οι λύκοι είναι σιωπηλοί και μόνο το φεγγάρι ουρλιάζει..!

Είσαι ο ουρανός. Όλα τα άλλα είναι απλώς ο καιρός..!

"Το τριαντάφυλλο έμεινε ολομόναχο"... "Ένα κομμένο λουλούδι μέσα στο μπουκάλι"..!

Κόκκινα Δάκρυα... Δήμητρα Μαστορίδου.

Έπιασες στον τοίχο μια γωνιά
Και κοιτάς χαμηλά
Έτσι κάνει πάντα η ενοχή
Έτσι ανοίγει η ρωγμή
Κάτι μου κρύβεις
Και έτσι ανοίγει η ρωγμή

Είπες χθες το βράδυ πως θα βγεις
Και γυρνάς το πρωί
Αν έχεις κάτι τώρα να το πεις
Ή αλλιώς κερδίζει η σιωπή
Πες μου που ήσουν
Ή αλλιώς κερδίζει η σιωπή

Δες στα μάτια μου την αστραπή
Δες η τρέλα μου πως τρέχει εκεί
Τρέχει σα μικρό παιδί χτυπά
Γίναν κόκκινα τα δάκρυα

Κοριτσάκι μου... (Γιάννης Ρίτσος)

«…Κοριτσάκι μου, 
θέλω να σου φέρω τα φαναράκια των κρίνων 
να σου φέγγουν στον ύπνο σου.
Κοιμήσου κοριτσάκι. 
Είναι μακρύς ο δρόμος.
Πρέπει να μεγαλώσεις.
Είναι μακρύς μακρύς μακρύς ο δρόμος.

Το παιδί μου κοιμήθηκε κι εγώ τραγουδάω…
Δύσκολα είναι, κοριτσάκι, στην αρχή. 
Τι να πεις, δεν ξέρεις.
Δύσκολα είναι στην αρχή. 

Εμείς... Κυριάκος Κάππα.

Και να που επιτέλους φίλε σήμερα , ήρθε η ώρα 
ν’ ανταμώσουμε. Δω χάμω αντικριστά για λίγο να σταθούμε, 
κι όλα σταράτα να τα πούμε Ότι έχουμε μέσα να τα βγάλουμε, 
κι άχρηστα αν είναι να τα δώσουμε βορά σε πυρ, 
που σκέψεις καίει, κι εμείς σαν καίγονται να τις θωρούμε.

Σου ετοίμασα καθρέφτη αστραφτερό, με χειροσκάλιστη 
κορνίζα χρυσαφιά. Όμορφα θέλω να αισθανθείς, κι αυτά 
που σε βαραίνουνε, όλα να μου τα πεις. 
Χρεία εστί τώρα θαρρώ,, να πάψουμε να παίζουμε κρυφτό 
σαν τα παιδιά. Να μου μιλήσεις για όσα σου έκαμα κακά, 
χωρίς καθόλου να με λυπηθείς

Με τρόμαζε να ‘ρθω και να σε συναντήσω, να σε 
αντιμετωπίσω, μαζί σου να βρεθώ, γι αυτό κι απέφευγα 
να σου μιλήσω, κι όσα από σένα πρόσμενα όλα να τα ζητήσω. 
Δεν γνώριζα αν θα μπορέσω να σε πείσω, η αν θα γέλαγες 
με τ’ άρρωστό μου το μυαλό. Τώρα θα σου ομολογήσω ότι, 
δεν ντρέπομαι που διάλεξα εγώ πως ήθελα να ζήσω.

Θέλω να κουβεντιάσω... Κατερίνα Γώγου.

Θέλω να κουβεντιάσω σ’ ένα καφενείο
που νάχει πόρτα ανοιχτή
και να μην έχει θάλασσα
μονάχα άντρες άνεργους
σκόνη με ήλιο και σιωπή
να μπαίνει ο ήλιος στο κονιάκ
κ’ η σκόνη μαζί με τα τσιγάρα στα πλεμόνια μας
κι ας μην πάρουμε και σήμερα βρε αδερφέ
προφύλαξη για την υγεία μας
κι ούτε να δίνεις συμβουλές
το πως το κατεβάζω έτσι
και πως σκορπιέμαι έτσι
και να αφήσεις ήσυχα στα μούτρα
τις μπογιές τις μύξες και τα κλάματα
να τρέξουνε.

Νεραϊδογεννημένη... (Νίκος Ορφανίδης)

Γυρεύω την αγάπη σου
μες στης αυγής το χάδι.
στα ταξιδιάρικα του νου.
σε γαλαξίες μακρινούς
στ΄ονείρουμου τον χάρτη
της νύχτας ιχνηλάτης

Σαν ελαφίνα κρύβεσαι
νεραϊδογεννημένη
ο έρωτας μου μη σε βρεί
στην κάθε αστροφεγγιά
μες στα ριχτά σου τα μαλλιά

Η γέφυρα... (Γιάννης Ρίτσος)

travel-lusting:
“Pont du Gard, Provence-Alpes-Côte d’Azur, France (by travel-lusting)
”
Εἶναι μιὰ ὡραία περιπλάνηση, σχεδὸν μιὰ δραπέτευση 
δὲν ξέρω ἀπὸ ποῦ καὶ γιὰ ποῦ, - μιὰ μυστικὴ δραπέτευση 
ποὺ δίνει μιὰ μυστικότητα στὴν κάθε κίνησή μας, στὸν ἴσκιο μας 
πάνω στὸν τοῖχο, στὶς ἀπίθανες σχέσεις τῶν δακτύλων μας, 
στὸν ἦχο τῶν βημάτων μας - μία ἐξαίσια αἴσθηση
παρανομίας πρὸς ὅλα, σὰν τοῦ μοιχοῦ, τοῦ κλέφτη, τοῦ φονιά, 
του ἀρσενοκοίτη ἢ τοῦ λαθρεπιβάτη,
κ᾿ ἡ αἴσθηση τῆς παρανομίας αὐτῆς σου ἐπιβάλλει
μίαν ἄγρυπνη προσοχὴ γιὰ ν᾿ ἀποφύγεις τὴ σύλληψη,
ἐνῶ ἡ προσοχή σου αὐτὴ συλλαμβάνει
τὸ νόημα μιᾶς ἀρχικῆς ἐνοχῆς, συλλαμβάνει
τὶς πιὸ ἀδιόρατες ἐκφράσεις τῆς σιωπῆς· μὰ τότε πάλι
νιώθεις πῶς ἔτσι παραβιάζεις μ᾿ ἀντικλείδι ἕνα μεγάλο, ξένο
       σκοτεινό χρηματοκιβώτιο