Εσύ απλώς παρατήρησε...

Το να μη μιλάς δεν είναι σιωπή. 
Εσύ μπορεί να μην μιλάς, 
μπορεί να μην έχεις ξεστομίσει τίποτα, 
μέσα σου όμως τρέχουν χίλιες δυο σκέψεις. 
Υπάρχει μια συνεχής ροή σκέψεων μέρα – νύχτα.

Χρειάζεται να θυμάσαι ότι η παρατήρηση 
δεν είναι ούτε τέχνη ούτε τεχνική. 
Όχι, είναι απλώς ένα κόλπο. 
Το μόνο που χρειάζεται να θυμάσαι
είναι να μην πνιγείς στο ποτάμι που κυλάει μέσα σου. 
Και πως πνίγεσαι εκεί μέσα;

Αν γίνεις με οποιοδήποτε τρόπο ενεργός, τότε πνίγεσαι.
Μένε αδρανής, παθητικός, χωρίς να κάνεις τίποτα, 
έχοντας όμως εγρήγορση. 
Αν περνάει κάποια σκέψη -είτε καλή είτε κακή – 
εσύ μην σκοτίζεσαι. Εσύ απλώς να παρατηρείς
χωρίς να αξιολογείς, χωρίς να επικρίνεις, 
γιατί οτιδήποτε κάνεις εσύ, είναι δράση.

Στην χώρα των μεγάλων κουταλιών... Χορχε Μπουκάι.

“Ο άνθρωπος εκείνος είχε ταξιδέψει πολύ. 
Στη ζωή του είχε γυρίσει σε εκατοντάδες χώρες, 
αληθινές και φανταστικές

Το ταξίδι που θυμόταν περισσότερο ήταν 
η σύντομη επίσκεψή του στη Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών. 

Έφτασε τυχαία στα σύνορά της. 
Στo δρόμο απο την Αμπελοχώρα προς την Παραϊδα, 
υπήρχε μια μικρή παράκαμψη προς τη Χώρα 
των Μεγάλων Κουταλιών. 

Επειδή του άρεσαν οι εξερευνήσεις, 
πήρε εκείνο το δρόμο. 
Ο δρόμος ήταν όλο στροφές και κατέληγε 
σ’ ένα τεράστιο απομονωμένο σπίτι.

Νύχτα.... Καρωτάκης.

Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε

Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει.

Λαχταρώ... Sarah Kane.

Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, 
και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει 
να είμαι μαζί σου,

Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, 
και να σου λέω 
πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες 
ώσπου να κάνεις μπάνιο,

Μην πληκτρολογείς... Στέλλα Βρακά.

Μην πληκτρολογείς νύχτα
το σκοτάδι σου
στο πιάνο της κάμαράς μου.
Ξέχασέ με
στο φως της σπάταλης μέρας
της ευδόκιμης εποχής
και δώσε στα αυτιά μου
την μουσική των σφαιρών
στον ύπνο της εγρήγορσης. 

Δραπέτης της Άνοιξης... Νέλλη Κουμεντάκη.

Στις σιωπές μου
θυμίζεις δραπέτης
της άνοιξης, τους πόθους
αγγίζεις στου φεγγαριού την κατάνυξη!

Στις σιωπές μου
ανασαίνεις ολομόναχος
έρωτας, μα πως να χωρέσεις
στης ψυχήςτ' ανυμέρωτα!

Σε κουβαλάω
στη σκέψη μου σαν της
Άνοιξης χρώμα, σαν φιλί φλογισμένο
που καίει στο στόμα!

Στενεύει ο κύκλος... Νίκος Ορφανίδης

Με την καρδιά ενός παιδιού
και το μυαλό ενός τρελού
τον κόσμο μου υφαίνω
στου χρόνου τις διαδρομές
σ' αγάπες μου περαστικές 
κι’ ακόμα να μαθαίνω

Η φωτογραφία... Ντίνος Χριστιανόπουλος.

«Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ, σ᾿ αὐτὰ ἐδῶ τὰ μερὴ
ὁ φωτογράφος θά ῾πρεπε, νὰ ἤτανε ξεφτέρι
νά ῾ταν τεχνίτης, μερακλὴς, κι ἀπ᾿ ὀμορφιὰ νὰ ξέρει.

Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ, ἂς ἤμουν φωτογράφος
νὰ ὑπηρετῶ τὴν ὀμορφιὰ, μὲ τέχνη καὶ μὲ πάθος.

Νά ῾ρχοντ᾿ ὀμορφοκόριτσα, καὶ λαϊκὲς παρέες
νὰ παίρνουν πόζες ὄμορφες, καμαρωτὲς κι ὡραῖες
γιὰ εἰκοσιτετράωρες, καὶ ἑβδομαδιαῖες.»

Ραχάτια... Τριάδα Ζερβού.

Πω πω ραχάτια κι απλωσά,ξάπλες και αραλίκι!
Τσιτώνομαι, τεντώνομαι!!Αυτο' ναι αρχοντιλίκι!

Ήπεψα στον αγύριστο ρολόγια ξυπνητήρια,
που μια ζωή μου χάλαγαν ούλα μου τα χατήρια

κι επέταξα τα τσόκαρα που μου' φαγαν τα πόδια!
Εδά νυστάζω από νωρίς, κοιμούμαι σαν τα βόδια!

Ολημερίς στο τεμπελιό,οτι θωρώ δεν κάνω!
Αφού δε θέλω με δουλειές το χρόνο μου να χάνω!

Το βυθό... Μαριαννα Κοκεδημα

Λένε πως όλοι οι άνθρωποι κατά βάθος
είναι καλοί .

Περνώντας τη ζωή στο βυθό
έχασα την επιφάνεια της πραγματικότητας στη Ζωή.

Εγώ θα έλεγα
πως περνάνε τα χρόνια κι η ζωή
ψάχνοντας το βάθος των ανθρώπων .
σπαταλάμε χρόνο πολύτιμο για να βρούμε
το βυθό όλων γύρω μας .

ξεχνώντας τον εαυτό μας και τη ζωή μας
που φεύγει τόσο αθόρυβα
και σιωπηλά γλιστρώντας στα χέρια μας σαν χέλι.

Ευριπίδης... «Μήδεια» - Απόσπασμα.

wolfdancer:
“jandj studios
”
Απ’ όλα όσα έχουνε ψυχή και γνώση
το πλάσμα το πιο άθλιο είμαστε εμείς οι γυναίκες.
Χρυσάφι δίνουμε να βρούμε άντρα,
για να τον κάνουμε ύστερα αφέντη του κορμιού μας…

Ο άντρας μόλις βαρεθεί το σπίτι,
έξω θα βγει στην αγορά τη βόλτα του να κάνει.
Όμως εμείς μονάχες μας κλεισμένες,
σε μια ψυχή τα μάτια μας τάχουμε καρφωμένα.

Άνθρωπος Είσαι... Φαιδρα Καψωμενακη.

Άνθρωπος είσαι.
Με χρέος διαρκές...
Με νύκτες και μέρες προσφοράς
Πολέμησες τις αντιξοότητες
κέρδισες την περιφρόνηση !

Δίψασες την αγάπη.. Σε πότισαν την πίκρα της ..
Το παιδικό σου κορμί γνώρισε την απόγνωση ..
Τα νιάτα σου έγιναν παζάρι και εξευτελιστική ανταλλαγή ..
Γνώρισες την βία και την βαναυσότητα ..
σε καιρούς" πολιτισμού "

Ενός δειλινού .....Ο έρωτας;... Νέλλη Κουμεντάκη.

Θάθελα να αναπνεύσω,
Τα αρωματά σου.
Όπως το χρώμα που
δίνεις, στις σκέψεις μου
Σαν τα φεγγάρια πού μου δίνεις, στήν αγκαλιά σου.
Σαν το οξυγόνο, στο... αγγιγμά σου.

Θάθελα να ....ήμουν... τριαντάφυλλο,
και εσυ; οι σταγόνες στα πεταλά μου...
Να είσαι το φτερούγισμα, στα <<ονειρα>>μου.

Ένας μονόδρομος στον ουρανό... Μπέττυ Κούτσιου.

Για να γράφεις πρέπει να ακούς μέσα σου μία προσευχή.
Η γραφή σε απομονώνει από τον κόσμο για να σε φέρει μετά
πιο κοντά σε όλους.
Αλλά πρώτα σε κλέβει, σε απαγάγει, σε κατέχει.
Μετά σε ελευθερώνει και ανήκεις παντού.
Σε όλα τα μάτια, σε όλα τα χείλη σε όλες τις ψυχές.
Πρώτα όμως είσαι δική της και σε εξουσιάζει.

Είναι εγωίστρια η γραφή.
Δεν θέλει να σε μοιράζεται την ώρα που την δημιουργείς.
Δεν θέλει να σε κλέβει από αλλού. Θέλει να της ανήκεις.
Θέλει να βασανίζεσαι και να αυτό εγκαταλείπεσαι.
Θέλει να μεταμορφώνεσαι σε κάτι που δεν είσαι μόνο για εκείνη.
Δεν θέλει να κλέβεις ώρες για εκείνη.

Έρεβος... Γιάννης Χαραλαμπάκης. (Διήγημα)

90377:
“ Sunset over Icicle Ridge by James Jackson - jjfinearts.com
”
Η πόλη νεκρή τώρα είναι, τίποτα δεν έμεινε να μας θυμίζει τον 
επίγειο παράδεισο που λίγες μέρες πριν έσφυζε από ζωή. 
Άνθρωποι, ζώα, φυτά και δέντρα αγκαλιά, το ίδιο τέλος έχουν. 
Ένας σορός από κάρβουνο και στάχτη, κουλουριασμένος στην 
γωνιά του αυλόγυρου, σαν την θράκα μες το τζάκι. 
Λες και κάποιος θέλει να μας πει,πως σε τούτον εδώ τον κόσμο, 
συνυπάρχουμε με όλα τα πλάσματα γύρω μας και ίδια μοίρα 
μας ακολουθεί στην ζωή μα και στον θάνατο. 

Κάπου κάπου, διακρίνεις κάποιες περίεργες σκυφτές σκιές,
που στην αντηλιά αφήνουν να φανεί η όψη τους. 
Άνθρωποι σάμπως είναι, μα δεν μοιάζουν με ανθρώπους, τα 
πρόσωπά τους είναι χλωμά, ανέκφραστα και θαμπά. 
Δεν ξεχωρίζεις ούτε λύπη, ούτε πόνο, ούτε θυμό, λες και δεν
τους έχει απομείνει κανένα συναίσθημα.
Γυρίζουν γύρω γύρω σαν κάτι να ψάχνουν, σαν κάτι πολύτιμο 
εκεί να έχουν αφήσει, και να ξεμακρύνουν δεν μπορούν. 

Σαν έβλεπα το φονικό από μακριά,μου μάτωνε η ψυχή, ήταν
αδύνατο να πιστέψω αυτό που έβλεπα.
Δεν ξέρω τι με έσπρωξε εδώ να 'ρθω, σ' αυτήν την δυστυχία,
εδώ που ο μόνος ζωντανός είναι ο θάνατος 
Ο αέρας μαζί τον κουβαλάει και μου βαραίνει τα πνευμόνια, 
τόσο, που άλλο δεν μπόρεσα να κρατηθώ όρθιος.
Κάθομαι και κοιτάζω σαν χαμένος γύρω μου, χωρίς τίποτα να 
 μπορώ, μα ούτε και να θέλω να σκεφτώ.

Ξεγιβεντισματα... Τριαδα Ζερβου.

Εκουτουρντίσανε μαθές,οι γρες και ξεπορτίζουν,
βγαίνουνε ολοτσίτωτες στσι δρόμους και γαμπρίζουν..
Τσαλίμια,μπεμπεκίσματα,ένα σκασμό ρεζίλια,
βαμμένα κατακόκκινα ,τα ζαρωμένα χείλια..

Ρούχα κοντά και παρδαλα, μποτάκια με τακούνι,
και μυρωδιά απ'επώνυμο,πανάκριβο σαπούνι.
Χρυσά βραχιόλια και κολιέ,εσαρπα από μετάξι,
και ανεγογυρευγονται,ποιος θα τσι ξεπεταξει.

Γυναίκα... Νέλλη Κουμεντάκη.

Γυναίκα
του ονείρου πόθος,
σώμα με σεξαπίλ, γυναίκα
της καριέρας της δουλειάς,
μάνα για τα παιδιά!

Γυναίκα
έρωτας που χάνεται
στη ματιά σου,γυναίκα που
μοιράζεται της σκέψεις σου τα φιλιά σου
αγάπε με γιατί νιάζομαι ακόμα γ' τα ονειρά σου!

Γυναίκα
ασιμβίβαστη, γυναίκα τολμηρή
την υπαρξή της προσπερνά
κι όταν χρειαστεί!

Λίγο πριν... Κυριάκος Κάππα.

Decay 1 by julia51
Είχε αρχίσει να νυχτώνει. 
Το σκοτάδι για άλλη μια φορά ανυπόμονα ετοιμαζόταν να κρύψει μέσα στον απεχθή και αφιλόξενο μανδύα του, κάθε τι όμορφο που μπορούσε να δει και να απολαύσει το ανθρώπινο μάτι. Το φεγγάρι δεν φαινόταν πουθενά. 
Τα πυκνά μαύρα σύννεφα που είχαν απλωθεί στον ουρανό από άκρη σ’ άκρη, δεν του επέτρεπαν καν να δοκιμάσει να εμφανιστεί έστω και για λίγο. 
Ο βοριάς φύσαγε παγωμένος. 
Ακόμη και η θάλασσα έδειχνε να χει σκιαχτεί. 
Με βιά και δύναμη όρμαγε από τα βάθη του ορίζοντα, και ταραγμένη ξέσπαγε με τεράστια άτακτα, και χωρίς ρυθμό κύματα, στα αποκαμωμένα βράχια 
που χρόνια τώρα υπομένουν την μανία της.

Η Ανάσταση... Μάρω Πετρίνα.

Πηγαίνω να Εγκατασταθώ στον ουρανό ...
Με Καλεί από ψιλά ο Πατέρας μου δίπλα του να Του Παραβρεθώ
Από εκεί που θα είμαι, θα σας Προσεχω, θα σας Καθοδηγώ
Το Λόγο μου θα σας Στελνω να σκορπάτε σε όλη την γη
Για κάθε Χριστιανό που αναζητά την αιώνια ζωή

Μην παρασυρθείτε από τον κακό
Μην αμφιβάλλετε την Αγάπη μου ούτε για λεπτό

Θα έρχεται ο στρατός μου από Αγίους να πράττουν θαύματα
Να βλέπουν μικροί, μεγάλοι του Θεού τα Κατορθώματα.

Μια πολύ ενδιαφέρουσα διδακτική ιστορία για το μίσος και την διαχείρισή του.

Αποτέλεσμα εικόνας για Η δασκάλα και οι πατάτες
Μια δασκάλα έχει αποφασίσει να παίξουν ένα παιχνίδι
στην τάξη της. Λέει λοιπόν στα παιδιά, να φέρει το κάθ’ ένα,
μια πλαστική σακούλα, που θα περιέχει μέσα μερικές πατάτες. 
Σε κάθε πατάτα θα δώσει ένα όνομα από τα πρόσωπα που μισεί.

Έτσι, ο αριθμός των πατατών που κάθε παιδί θα βάλει
στη σακούλα του θα εξαρτηθεί από τον αριθμό
των ανθρώπων που μισεί.

Την άλλη μέρα κάθε παιδί, έφερε από μια σακούλα με πατάτες,
με το όνομα των ανθρώπων που μισούσαν, γραμμένο
σε κάθε πατάτα.  Κάποια παιδιά είχαν δύο πατάτες μέσα
στη σακούλα, άλλα τρεις, άλλα πέντε και άλλα περισσότερες.

Η δασκάλα λέει μετά στα παιδιά, να κουβαλούν μαζί τους
την πλαστική σακούλα με τις πατάτες, όπου και αν πηγαίνουν
(ακόμη και στην τουαλέτα), για μερικές μέρες.

Ύστερα από αρκετές μέρες, τα παιδιά άρχισαν να
διαμαρτύρονται, λόγω της δυσάρεστης οσμής που άφηναν
οι πατάτες οι οποίες άρχισαν να σαπίζουν.
Άλλωστε, αυτοί που είχαν περισσότερες πατάτες στη σακούλα,
έπρεπε να αντέξουν και το μεγαλύτερο βάρος τους.

Κάποιες μέρες αργότερα, το παιχνίδι τελείωσε και τα παιδιά
ανακουφίστηκαν και από την απαλλαγή τους από το βάρος
αλλά και από τη δυσοσμία των χαλασμένων πατατών.

Η δασκάλα ρώτησε τα παιδιά: 

Τι Σκεφτεσαι Κοριτσι Μου... Κακος Δημητριος.

Τι σκεφτεσαι κοριτσι μου
και εισαι λυπημενη
πληγωνεις την καρδια μου
που σε βλεπω παραπονεμενη

τι προβληματα εχεις
μεσα στην ζωη σου
και δυστυχισμενη νιωθεις
βαθια μεσα στην Ψυχη σου

αφησε τις σκεψεις
ηρεμησε τον νου
μην παρασυρθεις
και ξεσπας αλλου

Να ‘χυνες τα χέρια σου... Βύρων Λεοντάρης.

«Να ‘χυνες τα χέρια σου μέσα σ’ αυτή τη φοβερή πληγή
ν’ απίθωνες μιαν υγρασία φιλιού στο μέτωπό μου
μ’ ένα χαμόγελο να μου έπλυνες τα μάτια
κόρη με τα χρυσάνθεμα μαλλιά
χέρια από αγιόκλημα/αίμα πνιγμένο μες στα γιασεμιά
άνοιξη ανάμεσα στα χέρια της Αγάπης…

Να ‘σκυβες με μια θάλασσα φτερούγα πάνω μου!..
Θα σε κρατούσα σαν φλύαρο νερό στις φούχτες μου 
σαν φυλλωσιά από άστρα.
Θ’ ανέμιζα, έπειτα, το φόρεμα της αστραπής σου στον κόσμο
κατάματα στο θάνατο προτού χυθώ
βροχή απ’ τα μάτια μου στα μάτια σου
βροχή απ’ το σώμα μου στο σώμα σου…

Έπειτα θα μπορούσα ακόμα και να σε ξεχάσω
αίμα πνιγμένο μες στα γιασεμιά
ανοιξη στα χέρια της Αγάπης.

Μα έχεις και συ ανάμεσα στα φρύδια/την ίδια σπαθιά πίκρας
τον ίδιο κόμπο υπομονής στα χείλη σου δαγκώνεις
καίει τα χέρια σου ο ίδιος λυγμός τιμόνι-Πρόσεχε!…
Τρέμεις σαν δάκρυ σε βασανισμένο βλέφαρο
η κόμη σου αντηχεί στον άνεμο-μια μυρουδιά δαφνόφυλλου
υποφέρεις από νιότη….

Η οδύνη της Καρυάτιδας... Μοσκιού Λίτσα.

Στον τριγμό των αιώνω
την οδύνη μου αφήνω
μοναχή και ολόρθη
ένα χνάρι μου στέκει
μόνο του, έρημο πίσω
σ' αδειανό στυλοβάτη.

Με φιρμάνι τάχα
τον Ναό σου κουρσέψαν Παλλάδα
και κομμάτια ληστέψαν
κι απ' της δόξας μας φτιάξαν
μεγαλεία θλιμμένα περηφάνιας π' αρπάξαν.

Κληρονόμοι θαυμάτων δικών μας
κι αφεντάδες δεν είστε
λευτεριά μην αρνείστε
της ευγένιας εσείς η χώρα
την ελπίδα στον κόσμο χαρίστε
και τα μάρμαρα πίσω γυρίστε.

Γλάροι... Καρτσωνάκης

underchestnuttree84:
“Alexei Yakovlev
”
Γλάροι !!!
Βεγγαλικά του θεού.
Ακροβάτες του ανέμου.
Λευκές φωνές αγγέλων.
Χορευτές του ήλιου και της θάλασσας.
Πάρτε μαζί σας την ψυχή μου
να πετάξει όπως εσείς στα κύματα
στα σύννεφα και στον ήλιο.
Σπονδή στην Άνοιξη.

Αν υπάρχουν ουρανοί...

Αν υπάρχουν ουρανοί 
έναν θα ‘χει (μόνη της) η μητέρα μου. 

Δεν θα ‘ναι ουρανός με πανσέδες 
ούτε ουρανός με ντελικάτα κρινολούλουδα 
μα θα ‘ναι ένας ουρανός με βαθυκόκκινα ρόδα 
ο πατέρας μου (βαθύς σα ρόδο υψηλός σα ρόδο
θα στέκει πλάι της (λυγίζοντας επάνωθέ της σιωπηλός
με μάτια που αληθινά είναι πέταλα 
χωρίς να βλέπουν τίποτε με όψη ποιητή 
που αληθινά είναι λουλούδι 
κι όχι όψη με χέρια που θα ψιθυρίζουν