«Οι πόρτες».... (Yvan Goll)

Πέρασα μπροστά από τόσες πόρτες μέσα στο διάδρομο 
των χαμένων φόβων και των φυλακισμένων ονείρων
άκουσα πίσω απ’ τις πόρτες δέντρα που τα βασάνιζαν
και ποταμούς που προσπαθούσαν να τους δαμάσουν

Πέρασα μπροστά απ’ τη χρυσή πόρτα της γνώσης μπροστά 
από πόρτες που έκαιγαν και δεν ανοίγαν μπροστά 
από πόρτες που κουράστηκαν να μένουν πολύ καιρό 
κλειστές κι από άλλες σαν καθρέφτες απ’ όπου περνούσαν 
μόνο οι άγγελοι

Υπάρχει όμως μια πόρτα απλή, δίχως σύρτη ούτε μάνταλο
στο βάθος του διαδρόμου, απέναντι απ’ το ρολόι
η πόρτα που οδηγεί πέρα από σένα-
κανένας δεν τη σπρώχνει ποτέ

Γ. Ρίτσος { Μέρα Μαγιού μού μίσεψες}

Μέρα Μαγιού μού μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης 

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τά 'δειχνες ένα-ένα 
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα 

Και μού ’δειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι, 
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι 

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα, 
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα. 

Σκαλίζοντας το παρελθόν... Νίκος ορφανίδης.

Σκαλίζοντας το παρελθόν
σ’ ένα ταξίδι μ’ αναμνήσεις φορτωμένο
σε κάποιο ξέφωτο της σκέψης ξαγρυπνώ 
σε μιας αγάπης το πικρό το πεπρωμένο

Με την πυξίδα της καρδιάς μου ταξιδεύω
μέσα στης νύχτας τον παράξενο τον χάρτη
το όνειρο μου το χαμένο να ανιχνεύω
στης μοναξιάς δεμένος το κατάρτι

Αλλόκοτο ‘ναι το παρών
και μιας φουρτούνας νοσταλγώ τα περασμένα
εκείνο τ’ όνειρο στον γκρίζο ουρανό
που ‘ταν γραμμένο να χαθεί μαζί με σένα

"Είναι που"... Μαρια Νικολαου.

Είναι που... ζησαμε τόσα χρόνια, τόσα πολλά.
Είναι που παίξαμε, μαλωσαμε, θυμωσαμε, διασκεδασαμε, 
ερωτευτηκαμε τα ίδια πράγματα, ακουσαμε μουσική 
από κασσέτες με "κωδικό 912".

Είναι που ηπιαμε το ποτό μας σε μία πανέμορφη αίθουσα 
γεμάτη αναμμένα κεριά ολοδικια μας...
Είναι το γαλάζιο πουλόβερ που σου επλεξα, 
το φορεσες και μ αγκαλιασες.

Είναι που ψωνιζαμε μαζί.
Που γελουσαμε όταν κάναμε σκανταλιές 
χωρίς να το βλέπουν οι άλλοι.
Είναι που πίναμε θάλασσα και κύμα.

Αλλαγή επαγγέλματος... Γιάννης Σκαρίμπας

Όσά χαν νά ρθουν ήσαν δώ: τά ψάρια, οι αύγές, τ' άμπέλι'
πάσα ενα μέ τήν τέχνη του, καθ' ένα σέ μιά στράτα'.
0 Μάης άνθίζει τά κλαριά, τ' άνθη νά κάνουν μέλι
 καί τ' άστρα κεί στόν ούρανό όλα μαζί μιά τράτα.

Κι ήμουν κι εγώ! Στή γής εδώ όπου δουλειά καί κρότοι,
 έμένα ή ύπηρεσία μου στό τελωνείον ήτον:
-διασαφήσεις νά ίστορώ γιά «εν- κιβώτιον» ότι
«έκ ξύλου ήτανε κοινού» μ' «εν τούτοις και ούχ' ήττον».

Κι ήρθες καί σύ. Καί νά ή ζωή ξεφεύγει τού σκοπού της
 γιά σένα ό Μάης τώρ' ανθεί, τ' άηδόνια στέλνουν ήχους
 κι έγώ  δίχως «κιβώτιον» και δίχως πιά «εν τούτοις»
 μνέσκω τά τσαλιμάκια σου vά κάνω φώς καί στίχους...

Κάλεσμα Των Προγόνων... Μοσκιού Λίτσα.

Μπήκαν εχθροί στη χώρα μας, μπήκαν στο σπιτικό μας
και αλωνίζουν άφοβα στο Ελληνικό Αιγαίο.
Ανοίξαν οι Κερκόπορτες σε αλλοφύλων στίφη
και μία νέα Άλωση στη γή μας συντελείται.
Τσιγγάνοι, Σλάβοι, Αλβανοί, Τούρκοι και Ασιάτες
χορεύουν ξέφρενους ρυθμούς σ' Ελλήνων κοινωνία.
Μα οι Ταγοί μας άψυχοι, δίχως πυγμή και αίμα,
καθεύδουν, ως μακάριοι, στον ύπνο μανδραγόρα.
Ανύμποροι γι αντίδραση στων Τούρκων τις προκλήσεις,
στου ΝΑΤΟ τις επιταγές και Ευρωπαίων ρήσεις,
υποχωρούν καθημερνώς από τα κεκτημένα
και κυριαρχικά μας δίκαια σε ξένους εκχωρούσι.
Θρηνεί η Μεγαλόνησος, βογγά η Ήπειρός μας,
κλαίει η Σμύρνη τον χαμό, Πόντος γενοκτονία
και η Μακεδονία μας φοβάται για τους Σλάβους.
Κι αντί τούτα να πάρουμε και άλλα να ζητούμε,
χάνουμε και στα Ίμια, χάνουμε στο Αιγαίο,
από προκλήσεις άπειρες και ιταμές συνάμα...
Θρηνώ κι εγώ κι οδύρομαι, πικρώς διερωτώμαι:

Εγώ περίμενα εσένα... Θώμη Μπαλτσαβιά.

Εγώ περίμενα εσένα και η άνοιξη τα χελιδόνια...
το δικό μου χελιδόνι ήσουν εσύ και θα έφερνες την 
δική μου άνοιξη...θα ήσουν το χελιδόνι που γύρισε 
στις γωνιές του κόσμου μα όλα το οδηγούσαν σε μένα..
το χελιδόνι που θα ξεκουράζονταν πια και το μόνο που 
θα υπήρχε ήταν ο γαλάζιος ουρανός να χαίρεται...
το χελιδόνι που μαζί μου θα έχτιζε της ζωής του τη φωλιά 
ώστε κακό να μην το βρει ποτέ...

Μια άνοιξη όλη κι όλη μα τόσο μακριά ήταν...ένας ουρανός 
όλος κι όλος μα το γκρίζο δεν του έλειπε ποτέ...ένα παράθυρο 
όλο κι όλο κι από αυτό κοίταζα..πρόσμενα..τα τζάμια του 
κρατούσα καθαρά και στο πρεβάζι του δεν έλειπε 
ο δυόσμος...η κουρτίνα τραβηγμένη μόνιμα να μην 
μου κρύψει τη θέα και στο ραδιόφωνο τραγούδια παλιά 
που ταιριάζουν στην αγάπη..

Ένα δέντρο μεγαλώνει στον κήπο... Ιωάννης Κατσούλης.

Ένα δέντρο μεγαλώνει στον κήπο. 
Τα κλαριά του θέριεψαν και κοντεύουν ν’ αγγίξουν το μπαλκόνι. 
Ένα δέντρο μεγαλώνει στον κήπο. 
Κι όμως χρόνια είναι εκεί, σε χειμώνες και καλοκαίρια. 
Θαρρώ πως όταν ήμουν παιδί έκοβα από τους καρπούς του.
Ένα δέντρο μεγαλώνει στον κήπο. 
Όμως στην κάθε μέρα τα σπίτια γερνάνε, κάτω από 
την προσοχή των ματιών μου.
Ένα δέντρο μεγαλώνει στον κήπο, 
καθώς οι δρόμοι ορθώνονται και πλευρίζουν πεζοδρόμια.
Ένα δέντρο μεγαλώνει στον κήπο, 
καθώς οι άνθρωποι περνούν πίσω από τα κάγκελα του μπαλκονιού.
Ένα δέντρο μεγαλώνει στον κήπο, 

Αυτό που θα ήθελα απόψε, είναι τη ζωή μου πίσω... Αλκυόνη Παπαδάκη

Αυτό που θα ήθελα απόψε, είναι τη ζωή μου πίσω. 
Αλλά δεν ξέρω απο ποιόν να τη ζητήσω. 
Τόσο τη σκόρπισα, τόσο την χαράμισα, τόσο τη δάνεισα, 
τόσο την ξερίζωσα.  Απο ποιόν να τη ζητήσω τώρα.... 
Και τι ωφελεί.... 

Αυτό που θα ήθελα απόψε, τελικά, είναι ένας ώμος, 
να γείρω πάνω του και να κλάψω. 
Να κλάψω πολύ. Με λυγμούς. Με κραυγές. Να κλάψω για όλα. 
Για όσα αγάπησα. Για όσα ονειρεύτηκα. Για όσα ένιωσα. 
Για όσα περίμενα και δεν ήρθαν. Για όσα ήρθαν. 
Για όσα με πρόδωσαν . Για όσα με χαράκωσαν. 
Για όσα με θανάτωσαν. Για όσα με ανάστησαν. 

Ο χορός μου... Λεμονιά Γεμουρτζίδου

«Ο χορός μου, ο χορός σου, ο χορός μας…
«Tango»
Μα τι κάνω εδώ;
Βουλιάζω βαθιά μέσα σου…
Τι ώρα είναι…
Και ποια φλόγα με καταπίνει…
Έχει σκοτάδι ή ξημέρωσε δεν ξέρω…
Το δέρμα μου κολλάει πάνω…
Στο κόκκινο του αίματός σου…
Που σαλεύει…
Και που κυλάει προς εσένα…
Χορεύω και παλεύω...
Και τυλίγω τους αστραγάλους μου γύρω σου…
Οι γάμπες μου αναδιπλώνονται…
Περιγράφω τους γοφούς σου…
Πάνω στην κοιλιά μου…
Παίζεται η εκδίκησή σου…
Προσεύχομαι μάταια…
Μα εσύ γελάς…

Κάθε πρωί... Η ίδια πάντα γραφομηχανή.. Χρίστος Λάσκαρης

Κάθε πρωί στην ίδια στάση,
το ίδιο δρομολόγιο,
η ίδια πόλη.
η ίδια πάντα γραφομηχανή.

Και η επιστροφή
σαν μια κηδεία μοιάζει,
καθώς το βράδυ πέφτει
λίγο λίγο στην ψυχή.

Κι όλα τελειώνουνε
σ' ένα μονό κρεβάτι.

Τρία κορίτσια στην καρδιά μου... Α. Εμπειρίκος.

«Ένα κορίτσι σ’ ένα κήπο
Δυο γυναίκες σε μια γλάστρα
Τρία κορίτσια στην καρδιά μου
Άνευ ορίων άνευ όρων.»

Τὸ τραγούδι τοῦ τρυγητοῦ... Κώστας Κρυστάλλης.

classic-art:
“Still Life with Grapes
James Peale, 1822
”
Τὸ λέει ὁ πετροκότσυφας στὸ δροσερὸ τ᾿ αὐλάκι,
τὸ λὲν στὰ πλάια οἱ πέρδικες, στὴν ποταμιὰ τ᾿ ἀηδόνια,
τὸ λὲν στ᾿ ἀμπέλια οἱ λυγερές, τὸ λὲν μὲ χίλια γέλια,
τὸ λέει κ᾿ ἡ Γκόλφω ἡ ὄμορφη, τὸ λέει μὲ τὸ τραγούδι:

- Ἀμπέλι μου, πλατύφυλλο καὶ καλοκλαδεμένο,
δέσε σταφύλια κόκκινα, νὰ μπῶ νὰ σὲ τρυγήσω,
νὰ κάμω ἀθάνατο κρασί, μοσκοβολιὰ γιομάτο.

Μὲς στὰ κατώγια τὰ βαθιὰ σὰν μόσχο νὰ τὸ κρύψω,
νὰ τὸ φυλάξω ὀλάκαιρες χρονιές, ἀκέριους μῆνες,
ὥσπου νὰ ῾ρθεῖ μίαν ἄνοιξη, νἄρθει ἕνα καλοκαίρι,
νὰ γύρει ἀπὸ τὴ μακρινὴ τὴν ξενιτιὰ ὁ καλός μου.

"Το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο..."

Το ωραιότερο  πράγμα στον κόσμο είναι... 
Να κοιμάσαι με τον ερωτα σου αγκαλιά και...
Να αισθάνεσαι την ανάσα της στο πρόσωπό σου.

Κάθε πρωί ... Μανόλης Ἀναγνωστάκης

Κάθε πρωὶ
Καταργοῦμε τὰ ὄνειρα
Χτίζουμε μὲ περίσκεψη τὰ λόγια
Τὰ ροῦχα μας εἶναι μιὰ φωλιὰ ἀπὸ σίδερο

Κάθε πρωὶ
Χαιρετᾶμε τοὺς χθεσινοὺς φίλους
Οἱ νύχτες μεγαλώνουν σὰν ἁρμόνικες

-Ἦχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.
(Ἀσήμαντες ἀπαριθμήσεις
-Τίποτα, λέξεις μόνο γιὰ τοὺς ἄλλους.
Μὰ ποῦ τελειώνει ἡ μοναξιά;)

Αρχαίο Αιγυπτιακό Ποίημα....

«Ένα ερωτικό ποίημα από τον πάπυρο Harris, 
αποκαλύπτει τον έρωτα μιας Αιγύπτιας ποιήτριας 
με ωραίους τόνους και λεπτές αποχρώσεις:

Είμαι η πρώτη σου αδελφή
Και είσαι για μένα ο κήπος,
όπου φύτεψα άνθη και μυρωδάτη χλόη.
Σ’ αυτόν τον κήπο έσκαψα ένα κανάλι 
για να μπορείς το χέρι να βουτάς όταν 
απ’ το βορρά ο κρύος άνεμος φυσάει.
Τι όμορφο το μέρος όπου μαζί περπατούμε

«Όταν το χέρι σου κρατιέται στο δικό μου,
το πνεύμα είναι σκεφτικό κι ευφρόσυνη η καρδιά 
γιατί βαδίζουμε μαζί και πάμε.

Το μπουντρούμι δεν τον λυγά... Νίκος Ζαχαριάδης.

Το μπουντρούμι δεν τον λυγά
και η σκέψη τρέχει γοργά
στους συντρόφους που πολεμούν
απ' τα κάτεργα για να βγουν

Φυλακή βαριά,
με φρουρούς θεριά
στα δεσμά κρατεί

Αρχηγό κι' οδηγητή
Ζαχαριάδη αγωνιστή
βαρβαρότητας γκρεμιστή
μπράτσα μύρια σένα φρουρούν
λογισμοί σε σένα πετούν

«Παράνομο σημείωμα».... Άρης Αλεξάνδρου.

Έχουμε στο μηνίγγι μια ραγισματιά
κ’ η ματιά μας προχωράει
από πουλί σε φύλλο σαπισμένο
σαν τεθλασμένη πυρετού:
Κανονικώς εκτελεσθέντες τρεις πεντακόσιοι τέσσερις
ξεσπιτωμένοι τόσοι
χωρίς μαχαιροπίρουνα
τόσοι με κατασχεμένα τα κορδόνια
τα ξουραφάκια
με κατασχεμένο το όνομά τους.
Είναι μια μικρή ραγισματιά
κ’ η ώρα δε μας παίρνει
να μας αγγίξει κάποτε σαν χάδι
ένα φτερό αυτοκινήτου.
Έτσι — μέσα στις πέτρες μέσα στα χαλάσματα
πάντα δίπλα στους καπνούς
έτσι — μέσα στον χειμώνα στα κουρέλια του ίσκιου μας
πάντα δίπλα στους πνιγμένους
έτσι — μες στη νύχτα που πριονίζει όλη νύχτα
τα ασημένια δέντρα
τον μολυβένιο ουρανό
το χάρτινο φεγγάρι
δίπλα στα ρινίσματα μιας ψιλής βροχής
έχουμε μια ραγισματιά.

Fata Morgana... (Νίκος Καββαδίας)

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Με Ρώτησαν... Κατερίνα Κοτσιλίτη.

Με ρώτησαν;;;;; 
Υπάρχει ένα είδος απελπισίας, που δε μπορείς
να είσαι πλέον λυπημένη .... 

Που δεν αντέχεις άλλη λύπη..... 
Κάθε άνθρωπος,
που είναι ενήμερος της μοίρας του.....
ξέρει πότε χτυπάει το καμπανάκι... 

Πέθανα για την Ομορφιά... Έμιλυ Ντίκινσον.

Πέθανα για την Ομορφιά – και πάνω
Που είχα βολευτεί μέσα στον Τάφο
Που πέθανε για την Αλήθεια Κάποιος, έμπαινε
Σε διπλανό Δωμάτιο –

Με ρώτησε ψιθυριστά «Τι έφταιξε»;
«Η Ομορφιά», του απάντησα 
«Σ’ εμένα – η Αλήθεια – Όμοια τα Δυο –
Είμαστε, Αδέρφια», είπε –

Τα λόγια του Αυγούστου... Φαίδρα Καψωμενάκη

Αύγουστος ήτανε θαρρώ
που μου'λεγες θα καρτερώ
κάτω απ το παραθύρι σου
ν'ακούω την ανάσα σου ,το γέλιο
την φωνή σου ..

Του ήλιου τα βέλη θ 'αψηφώ
και στα παραθυρόφυλλα ,στάλες
δροσιάς για χάρη σου
στις χούφτες θα κρατώ ..

Στου φεγγαριού το ασημί
θα γράψω λόγια αγάπης ,
μην τα ξεχάσεις θάρχωνται
τ'αστέρια να στα δείχνουν!

Στο φως του φεγγαριού... Βασιλική Α Γαβαλά.

Σελήνη της αβύσοου του έρωτα
τύλιξε τα πέπλα σου
γύρω στους γυμνούς μου ώμους
το αλαβάστρινο μου στήθος
τη δακτυλιδένια μου μέση
στους καμπυλωτούς μου γοφούς

μαλώνοντας τον τρελό πόθο που αναστατώνει
με κοιμισμένες πεθυμιές απόψε ξεφαντώνει...

Σκέπασε τη λαγνεία μου μ' ασημένια όνειρα
υφασμένα με το πάθος των άστρων
φορώντας μου νυφικό ένα χάδι
όλο σκοτάδι

Δύο καρδιές... Κατερίνα Κοτσιλίτη

Ζήσαμε ίδιες ζωές.... μοιραστηκαμε, τα πάντα...
Δεν έπρεπε, να γλυστρισει.. η ευτυχία,
μέσα από τα χέρια μας... σαν το νερό...
Πήραμε την απόφαση.... Χωρισαμε, τις καρδιές,
για να μην πονουν, το ίδιο... και οι δύο.... 

Προσπαθησαμε, να σταματήσουμε, τον χρόνο....
με μία ένωση καρδιακή πια.... 
Να μείνουμε, ενσωματωμένοι....
μόνο στην ωραιότερη εποχή.... μόνο στην Άνοιξη....

Ένα Άνοιγμα Λαθραίο... Ζερβού Τριάδα.

Η εικόνα ίσως περιέχει: νύχτα
Μία σχισμή,μια χαρακιά,ένα άνοιγμα λαθραίο,
κάποιος πολύ επιτήδεια στο παραπέτασμά μου,
κατάφερε και άνοιξε! Επήλθε το μοιραίο!
Επεσε φως και σκόρπισε κάπως η μοναξιά μου.

Μαζεύω τα κομμάτια της,να τα τοποθετήσω,
πίσω ξανά στην θέση τους, μα η ψυχή δεν θέλει!
Με σπρώχνει να τ'απαρνηθώ,να τα ποδοπατήσω
και να χορέψω τον χορό,που δείχνουν οι αγγέλοι,

Εμένα που λες, με φοβίζουν οι θυσίες και τα δάκρυα... Μπέττυ Κούτσιου.

Ποτέ μου δεν φοβήθηκα τους εχθρούς
με τα κουρελιασμένα ρούχα.
Τους φίλους που ερχόντουσαν καλοραμμένοι φοβήθηκα.

Ποτέ μου δεν φοβήθηκα το βρώμικο στόμα και τα σάπια δόντια.
Την διπροσωπία πίσω από το αστραφτερό χαμόγελο
και τα βαμμένα κόκκινα χείλη φοβήθηκα.
Γιατί αυτά με πρόδωσαν.
Αυτά με φίλησαν σαν άλλος Ιούδας.

Ποτέ μου δεν φοβήθηκα αυτούς που με σκουντούσαν
να δούνε εάν ξεψύχησα.
Αυτούς που μου έφερναν νερό με το παγουράκι τους
όμως τους έτρεμα.
Αυτοί φοβόντουσαν μήπως ακόμα ήμουνα ζωντανή.

Το Εκκρεμές... Ζερβού Τριάδα.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
'Ενα μονότονο εκκρεμές,τον χρόνο τεμαχίζει!
Ο κτύπος του ενοχλητικός,το νου μου ταραχίζει.
Μια πικροδάφνη στερημένη απο γλυκύτητα,
αναρριχάται στο περβάζι μου ταχύτατα.
Χρυσόμυγες στο τζάμι,μεθυσμένες απ'το φως!
Μονάχη στο κρεβάτι και ο πόνος αδελφός.

Συμπύκνωση ουράνιων σωμάτων στο στερέωμα,
στο βάθος του ορίζοντα, σαν εξωγήινο νεφέλωμα.
Στην ταπεινή την μαργαρίτα αναζητώ την αρμονία,
που στην αυλή ξεφύτρωσε μονάχη της κι αυτή σε μια γωνία.
Με ιαχές θριάμβου παραδίπλα της τα κρίνα,
ποιουν συζεύξεις των ονείρων τους κι εκείνα.

Τα "θα"... Στέλλα Βρακά.

Με ξεκλειδώνεις και με εμπνέεις.
Γκρεμίζεις τα οχυρά μου.
Ξορκίζεις τα φαντάσματα.
Μάχες επώδυνες δίνω
όταν σε φέρνω στο μυαλό μου,
ν' αντέχω το ανύποφορο
του "πουθενά σου."

Στην έρημη χώρα μου,
έχτισα τα "θα"...
και κατοικώ μέσα τους.

Το στρογγυλό φεγγάρι... Δ. Σολωμός.

«Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη, 
Μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι, 
Κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του»