Τα μάτια της μητέρας, καθρέφτης στα μάτια του μωρού...

Την ώρα που η μητέρα έχει στην αγκαλιά της το μωρό της γίνονται πολλές αλληλεπιδράσεις και πολλές διεργασίες και από τους δυο. 
Για το μωρό, αυτό που θα δει τη στιγμή που θα κοιτάξει τη μητέρα του στα μάτια θα καθορίσει την επόμενή του αντίδραση. 
Αν του χαμογελάσει, αν είναι αδιάφορη, αν είναι λυπημένη… θα σημαίνει για εκείνο αντίστοιχη αντίδραση. 
Το βλέμμα της μητέρας δεν έχει την ίδια σημασία και βαρύτητα για το μωρό, όπως όλων των άλλων.
Για το μωρό, το βλέμμα της μητέρας είναι ο καθρέφτης του.

Ψυχολόγο, MSc Εργασιακή Υγεία, Ειδίκευση στη Συστημική – Οικογενειακή Ψυχοθεραπεία

Μαύρες καταιγίδες,,, (Νίκος Ορφανίδης)

Το ψέμα σου με έσερνε με φόρα στον κατήφορο 
 στην πλάνη σου χανόμουνα κι’ έπεφτα στο κενό 
με δάκρυα μου στόλιζες το όνειρο τ’ οξύμωρο 
και της αγάπης σου ήμουνα ένας περαστικό

Στα κύματα σου τ' άγνωστα αρμάτωνα ελπίδες
να ψάχνω μες στα σύννεφα άστρο για να βρω φως
τα πάθη σου που έμοιαζαν με μαύρες καταιγίδες
της μοναξιάς μου έχτισα κάστρο για να κρυφτό

Στον έρωτα σου έγινα το λίγο το αντίβαρο
και τ' όνειρο μου έγινε καράβι στον βυθό
εγώ που χα τα χείλια σου να παίρνω το αντίδωρο
τα όριά μου έσπασα για να σ’ απαρνηθώ

Η ομορφιά ξεγελάει τη σάρκα... Για να πάρει την άδεια να φτάσει... Μέχρι την ψυχή..! (Simone Weil).

gardenofelegance:
“Garden of Eleganceಌ
”

Πόσα κύματα έχουν χτυπήσει αυτόν τον φάρο..?

Πάλι στις νύχτες... (Νίκος Ορφανίδης)

Τις νύχτες μου σε γύρευα 
 στ΄αστέρια σε ζητούσα 
στην μοναξιά μου μίλαγα 
 τα χείλη όταν διψούσαν 
στο βάθος των ονείρων μου 
μόνο σε συνταντούσα

Πάλι στις νύχτες να γυρνώ
με τα κουπιά κομμάτια
τις θάλασσες μου λαχταρώ
που ' ταν τα δυο σου μάτια

Ένα γλυκό ξημέρωμα
στα χέρια σου ποθούσα
τα χείλη τα φιλήδονα
γλυκά να τα φιλούσα
της λύπης το στερέωμα
μ' αγάπη να το σπούσα

Πάντα όταν φεύγει η γυναίκα, φταίει ο άντρας... (Δημήτρης Λιαντίνης)

"Πάντα όταν φεύγει η γυναίκα, φταίει ο άντρας".
Σπουδαία φράση που θα περίμενε κανείς ότι είναι βγαλμένη από την καρδιά κάποιας γυναίκας. 

Και όμως... είναι λόγια ενός σπουδαίου άντρα. 
Του Έλληνα πανεπιστημιακού, φιλοσόφου, ποιητή συγγραφέα και μεταφραστή, Δημήτρη Λιαντίνη. 

Γιατί μόνο ένας άνθρωπος τόσο ιδιοφυιής και διεισδυτικός θα μπορούσε να εκφραστεί με τέτοια τόλμη...

Λάτρης της Αρχαίας Ελλάδας, της πνευματική και πολιτιστική κληρονομιάς της που έγραψε διάφορα θέματα, ανάμεσά τους η ηθική, η ζωή, ο θάνατος, η σχέση της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού.

Το φεγγάρι κατευνάζει κάποτε... Συνήθως όμως αναστατώνει..!

loves-to-tease:
“Harvest moon over Forth Bridge, Edinburgh
”

Ύμνος στην ομορφιά... (Σαρλ Μπωντλαίρ)

Έρχεσαι από τον βαθύ ουρανό ή μια άβυσσος σε βγάζει
εσέ, Ομορφιά; Το βλέμμα σου, θείο, σατανικό,
μαζί με το ευεργέτημα το έγκλημα μοιράζει,
γι αυτό μπορώ με το κρασί πως μοιάζεις να σου πω.

Κρύβεις βαθιά στα μάτια σου ανατολή και δύση,
σκορπάς αρώματα σαν μια βραδιά θυελλική,
το φίλημά σου φίλτρο είναι, το στόμα μόσχου βρύση,
που κάνουν τον ήρωα άναντρο κι αντρείο το παιδί.

Από το μαύρο βάραθρο ή απ’ τ’ αστέρια φτάνεις;
Η μοίρα το φουστάνι σου σαν σκύλος ακλουθά,
τον κόσμο πότε μια χαρά πότε ρημάδι κάνεις,
και κυβερνάς τα πάντα Εσύ, δίχως ευθύνη μια.

Πάνω σε πτώματα, Ομορφιά, πατάς και κοροϊδεύεις,
η Φρίκη απ’ τα διαμάντια σου δε λείπει, τα καλά,
κι ο Φόνος, απ’ τα αρεστά στολίδια που μαζεύεις,
χορεύει στην περήφανη κοιλιά σου ερωτικά.

Η αίγλη που γύρω ο θαυμασμός ο εφήμερός σου στέρνει,
σπιθοβολά, φλόγα και λέει: «Ευλογημένη Αυτή!
Κι ο αλαφιασμένος εραστής, πάνω από ‘σε όταν γέρνει,
χαϊδεύεις, λες, τον τάφο του, σαν να ψυχομαχεί.

Ειτ’ έρχεσαι απ’ τον ουρανό, τον Άδη, τι με νοιάζει,
τι, Ομορφιά,, τέρας τρανό, αθώο, φοβερό,
αφού μάτι και γέλιο σου και πόδι σου με βάζει
σ’ άγνωστους κόσμους που αγαπώ χωρίς να τους ιδώ;

Σειρήνα ή Άγγελος, Θεός ή Σατανάς μπροστά μου,
ω, τι με νοιάζει, αφού μ’ αυτήν τη νεραϊδοματιά,
κάνεις- ω φως, ρυθμέ, ευωδιά, μόνη βασίλισσά μου!-
τη γη πιο ωραία και τη στιγμή λιγότερο βαριά;”

Νυχτώνει... (Μοσκιού Λίτσα)

Νυχτώνει τη μέρα ο Θεός
για να κρυφτούν οι πόνοι
να γείρουνε οι στεναγμοί
απάνω στο σεντόνι
τα σώματα να ξεχαστούν
τα δάκρυα να σωπάσουν
οι λύπες ν' αποκοιμηθούν
κι οι σκέψεις να ξεχάσουν.

Σβήνει το φως να μην φανεί
το δάκρυ που σταλλάζει
που τρέμει όλο το κορμί
σαν ψάρι που σπαράζει
να μην ακούσει η αυλή
στο σπίτι ποιος λυγάει
και μαραθεί το γιασεμί
απ' τον καημό και πάει.

Αν δεν θες να χάσεις τα μάτια και το μυαλό σου... Να ακολουθείς τον ήλιο περπατώντας στη σκιά..! (Φρήντριχ Νίτσε)

Mavi diyorum,
Renklerin en güzeli,
Umudun ve
Yaşama sevincinin en güzel ifadesi..

Ο ναύλος της ζωής... (Νίκος Ορφανίδης).

Μες στων ανέμων την οργή ξεχάστηκες καρδιά μου
και τ’ όνειρο μας χάθηκε χωρίς επιστροφή
εκεί στην άκρη τ' ουρανού δεμένος στα δεσμά μου
και ρώτησα μια γύφτισσα το πώς για να μου πει

Διάβασε την παλάμη μου με μάτια δακρυσμένα
και η ματιά της έλαμψε σαν 'νάταν αστραπή
αυτά που πέρασες εσύ τα 'χω περπατημένα
μακρύς θα 'ναι και δύσκολος ο ναύλος της ζωής

Μέσα σε θάλασσες βαθιές πέταξε τα παλιά σου
κι αν τ’ όνειρο σου σφράγισε ο βράχος της σιωπής
εκεί στην άκρη τ' ουρανού να σπάσεις τα δεσμά σου
και σαν πουλάκι πέτασε άκου την συμβουλή

Η πεταλούδα και η ψυχή... (Διδακτική ιστορία).

Αποτέλεσμα εικόνας για η πεταλουδα και η ψυχη
Ήταν ένας σοφός δάσκαλος και ένας μαθητής του. 
Επειδή τα πάντα που έλεγε στον μαθητή του ήταν τόσο σοφά θέλησε ο μαθητής να τον δοκιμάσει του και να τον πιάσει αδιάβαστο κάπου.
Σκέφτηκε λοιπόν να πιάσει μια πεταλούδα με το χέρι του και να ρωτήσει τον δάσκαλό του, τι κρατούσε και αν αυτό που είχε μέσα στον καρπό του ήταν ζωντανό ή νεκρό.

Ήξερε επίσης ο μαθητής ότι ο δάσκαλός του εύκολα θα εύρισκε την πεταλούδα αλλά αν ο δάσκαλός του απαντούσε ότι ήταν ζωντανή τότε, θα έσφιγγε το χέρι του και θα σκότωνε την πεταλούδα για να του αποδείξει ότι δεν ήταν και τόσο σοφός.

Έπιασε λοιπόν μια πεταλούδα και αφού την έκλεισε στον καρπό του ρώτησε τον δάσκαλό του.
-Δάσκαλε τι κρατώ στο χέρι μου;
-Την ψυχή σου κρατάς νεαρέ μου.

Σκέφτεται ο μαθητής ότι ο δάσκαλός του έχει δίκιο.
Η πεταλούδα είναι μια ψυχή που θα μπορούσε να είναι και η δική του.
-Λοιπόν δάσκαλε , συνεχίζει ο μαθητής, είναι η ψυχή μου και τι είναι ζωντανή ή νεκρή; ξαναρωτά ο μαθητής.

-Απαντά ο σοφός δάσκαλος λέγοντας: Από το χέρι σου εξαρτάται…
Άρα η τύχη της ψυχής μας εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς τους ίδιους.
Διότι τη σωτηρία της, την κρατάμε στο χέρι μας.

Θα περιμένουμε το τραίνο μας... (Ανδρέας Εμπειρίκος)

Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο μας με το πολύτιμο φορτίο
Το τραίνο μιας άλλης ώρας
Μιας άλλης χώρας που σύνορα δεν έχει.

Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο που δεν μπορεί  μια και ξεκίνησε να σταματήσει
Τώρα σε σήραγγα μπορεί να βρίσκεται
Μπορεί να βρίσκεται σε δύσκολο βουνό
Ίσως σε κάμπο με πλημμύρα
Σε τόπο που νά' ναι μεσημέρι
Ή σ' άλλον που νά' ναι βράδυ
Μα θα περάσει.

Κι εμείς θα περιμένουμε
Γιατί δεν είναι δυνατό να δεσμευθεί
Δεν είναι δυνατόν να σπάσει
Να κουραστεί σε στέππες και σε πάμπες
Και σ' επικίνδυνες ανηφοριές
Το τραίνο μας, που σίγουρα θα φτάσει.

Θα περιμένουμε λοιπόν ακόμα,
Σήμερα κι αύριο και μεθαύριο
Θα περιμένουμε το τραίνο πάντα
Γιατί δεν είναι δυνατόν να μην περάσει.

Δεν μπορεί κάποιος να σκεφτεί καλά... Να αγαπήσει καλά... Να κοιμηθεί καλά... Αν δεν έχει φάει καλά..! (Virginia Woolf)

Η σκάλα.. Για... "Τον παράδεισο"..!

Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη... (Μίλτος Σαχτούρης)

Carlos V. Pinto
Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη τεντώνει τὰ λουλούδια της
οἱ βραδινὲς καμπάνες τὴν κραυγή τους
κι ἡ κάτασπρη κοπέλα μέσα στὰ γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα τὸ αἷμα

ἀπ᾿ ὅλες τὶς σημαῖες ποὺ πονέσανε
ἀπὸ τὰ κυπαρίσσια ποὺ σφάχτηκαν
γιὰ νὰ χτιστεῖ ἕνα πύργος κατακόκκινος
μ᾿ ἕνα ρολόγι καὶ δυὸ μαύρους δεῖχτες
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα σύννεφο
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα ξίφος

τὸ σύννεφο θ᾿ ἀνάβει τὰ γαρίφαλα
τὸ ξίφος θὰ θερίζει τὸ κορμί της

Ο αετός και το γεράκι (ινδιάνικος μύθος)... Από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι «Ο δρόμος της συνάντησης»

Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.

«Αγαπιόμαστε» αρχίζει ο νέος.
«Και θα παντρευτούμε» λέει εκείνη.
«Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…»
«Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…»
«Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.»
«Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου».
«Σε παρακαλούμε» ικετεύουν, «πες μας τί μπορούμε να κάνουμε…»

Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.
«Υπάρχει κάτι …» λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. 
«Αλλά δεν ξέρω…είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.»

«Δεν μας πειράζει» λένε και οι δύο.
«Ό,τι και να’ ναι» επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.
«Ωραία» λέει ο μάγος. 
«Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας ; 
Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κηνυγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. 
Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;»
Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.

«Κι εσύ Άγριε Ταύρε» συνεχίζει ο μάγος, «πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο….Πηγαίνετε τώρα.»

Οι δυο νέοι κοίτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. 
Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…

Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.
Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. 
Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν 
Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.

«Πετούσαν ψηλά;» ρωτάει ο μάγος.
«Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε….Και τώρα;» ρωτάει ο νέος. 
«Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;»
«Όχι» λέει ο γέρος.
«Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;» 
προτείνει η νεαρή.
«Όχι» ξαναλέει ο γέρος. 
«Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες…Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα.»

Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.
Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. 
Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.

«Αυτό είναι το μαγικό. 
Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. 
Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. 
Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. 
Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.»

Η ζωή αλλάζει, αλλά δεν χάνεται... Η ελπίδα σβήνει, αλλά ποτέ δεν πεθαίνει!..!

Ζήσε την κάθε σου στιγμή σα να είναι η τελευταία!
Η ζωή αλλάζει, αλλά δεν χάνεται! 
Η ελπίδα σβήνει, αλλά ποτέ δεν πεθαίνει! 
Η αλήθεια καλύπτεται, αλλά και πάλι λάμπει!
Ζήσε τη ζωή σου όπως θέλεις, χωρίς να υπολογίζεις τη γνώμη του κόσμου. 
Ο κόσμος είναι πολύς, η ζωή σου όμως λίγη.

Για τη ζωή που συνεχίζεται και για την αγάπη που δεν εγκαταλείπει... Ούτε εγκαταλείπεται..!

Το κρεβάτι μου στο χωριό... Είμαι λίγο ακατάστατος..!

Εδω την φύση... Την ακούς..!

luvrumcake:
“ Listen to Nature
”

Πρόσεχε να προφέρεις καθαρά τη λέξη θάλασσα... Ετσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια... Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο θεός..! (Οδυσσέας Ελύτης)

Έχουμε εξορίσει την ομορφιά... Οι Έλληνες είχαν πάρει τα όπλα γι’ αυτήν..! (Albert Camus).

dresswereviews:
“http://www.dailymotion.com/video/x32yy3w
”

Φιλίππο Τομμάζο Μαρινέττι, «Στον Πήγασό μου»

Ορμητικέ θεέ, μιας ατσάλινης φυλής,
μεθυσμένο αυτοκίνητο του διαστήματος
που ποδοκροτείς και τρέμεις από αγωνία
ροκανίζοντας το χαλινάρι με τα δόντια να τρίζουν...
Φοβερό γιαπωνέζικο θεριό, με μάτια σιδηρουργείου,
θρεμμένο με φλόγα και λάδια ανθρακικά
που δεν χορταίνεις τους ορίζοντες, τις αστρικές λεηλασίες...

Ελευθερώνω την καρδιά σου που βροντά διαβολικά
ελευθερώνω τις γιγάντιες σαμπρέλες σου, 
για το χορό που εσύ ξέρεις να χορεύεις
διασχίζοντας τους λευκούς δρόμους όλου του κόσμου!...
Χαλαρώνω επιτέλους τα μεταλλικά σου ηνία,
κι εσύ ορμάς με ηδονή μέσα στο Άπειρο, τον ελευθερωτή!
Στο ουρλιαχτό της δυνατής φωνής σου
ο ήλιος σ’ ακολουθεί στη δύση του
επιταχύνοντας στον ορίζοντα, το αιμόφυρτο καρδιοχτύπι του...

Κοίταξε, πώς καλπάζει, πέρα, στα βάθη των δασών!...
Τι σημασία έχει, όμορφέ μου δαίμονα;
Εγώ είμαι στην εξουσία σου!... Πάρε με!... 
Πάρε με!... Πάνω στην εκκωφαντική γη, 
κι ας δονείται σύγκορμη από πολυφωνικούς ήχους·
κάτω απ’ τον τυφλωμένο ουρανό, κι ας είν’ γεμάτος άστρα,
πηγαίνω, ερεθίζοντας τον πόθο και τον πυρετό μου,
μαστιγώνοντάς τους με δυνατά σπαθίσματα.
Και κάπου κάπου σηκώνω το κεφάλι και νιώθω στο λαιμό
μαλακά να με σφίγγουν τα χέρια χέρια έξαλλα στον άνεμο, 
δροσερά και βελούδινα...
Είναι τα χέρια τα δικά σου, μαγευτικά και μακρινά που με τραβούν, 
κι ο άνεμος είναι η πνοή σου, της αβύσσου η πνοή,
ω Άπειρο δίχως βυθό, που με χαρά μ’ απορροφάς!...

Α! Α! βλέπω ξάφνου ανεμόμυλους μαύρους, βραδυκίνητους,
που μοιάζουν να τρέχουν στα πάνινα σπονδυλωτά φτερά τους 
σαν σε μακριά πόδια...
Τα βουνά ετοιμάζονται να πετάξουν στη φυγή μου 
μανδύες αργοσάλευτης δροσιάς, εκεί, 
σ’ εκείνη την αποτρόπαια στροφή...
Βουνά! Τερατώδη αγέλη από Μαμούθ 
βαριά καλπάζετε, σκύβοντας τις πελώριες κορυφές σας,
προσπερνάτε, τυλιγμένα στο γκρίζο κουβάρι της ομίχλης!

Κι ακούω ν’ αντηχεί ακαθόριστος ο θόρυβος 
που αποτυπώνουν στους δρόμους
οι μυθικές εφτά λεύγες μπότες των κολοσσιαίων ποδιών σας...
Ω βουνά με τους δροσερούς γαλάζιους μανδύες !...
Ω ποτάμια όμορφα που αναπνέετε ευτυχισμένα στο σεληνόφως !
Ω σκοτεινές πεδιάδες!... Σας προσπερνώ τρέχοντας!...
Πάνω στο ξέφρενο θεριό μου!
Αστέρια! αστέρια μου! ακούτε τη βιασύνη των βημάτων του;...
Ακούτε τη φωνή του, που θρυμματίζει η οργή...
την εκρηκτική φωνή του, που ουρλιάζει, ουρλιάζει...
και τη βροντή των σιδερένιων πνευμόνων του 
που καταρρέουν ορμητικά ατέλειωτα;...

Δέχομαι την πρόκληση, ω άστρα μου!...
Πιο γρήγορα!... Ακόμη πιο γρήγορα!...
Χωρίς σταματημό, μήτε ανάπαυση!...
Άφησε τα φρένα! Δεν μπορείς;
Σπάστα, λοιπόν, ώστε ο σφυγμός της μηχανής 
να εκατονταπλασιάσει την ορμή του! 

Ζήτω! Μακριά απ’ αυτή την ακάθαρτη γη!
Ξεφεύγω, τέλος, κι ευκίνητα πετώ, 
πάνω απ’ το μεθυστικό ποτάμι των άστρων
που πλημμυρίζει το μεγάλο κρεβάτι τ’ ουρανού!

μτφρ. Μαρία Στεφανοπούλου

Αχ αυτά τα μάτια της... (Γιάννης Ποταμιάνος)

Αχ αυτά τα μάτια της τα έκπληκτα
Τα αμήχανα, τα φοβισμένα
Που χάνονται στα όνειρα, στα βάσανα
τα πάθη
Ουρλιάζουν την αδυναμία τους
Κραυγάζουν την μοναξιά τους

Αχ αυτά τα μάτια της τα ευγενικά
τα υποταγμένα, τα ταπεινά
Που κρέμασαν σαν δάκρυα το θυμό τους
την απόγνωση, την θλίψη
Πόσο λαίμαργα προσμένουν την αποδοχή
Την επιβεβαίωση
Την κατανόηση

Αχ αυτά τα μάτια της τα τρυφερά
τα γλυκά, τα ονειροπόλα
Πόσο πικραμένα μπορούν να γίνουν
Σαν κοιτάζουν τα δικά μου

Αχ αυτά τα μάτια τηςουρλιάζουν
Σαν νοιώσουν την απειλή
του φεγγαριού
Σπαρταρούν σαν ιδρωμένακορμιά
Μέσα στην λαγνεία τους
Εκστασιάζονται
Και χτυπούν, μάτια μαχαίρια
Μάτια στιλέτα
Μάτια τσεκούρια στριφογυρίζουν,
Απειλούν

Αχ αυτά τα μάτια της Τείχη υψώνουν υπερηφάνειας
Με την παγωμένη ομορφιά τους
την γαλαζοπράσινη
Τρέχουν σαν ποτάμια ανάμεσά μας
Βουρκωμένα
Χείμαρροι βίαιοι ορμητικοί
Με παρασέρνουν
Με εκμηδενίζουν

Τα 7 θαύματα του κόσμου...

Αποτέλεσμα εικόνας για Ζητήθηκε από μια ομάδα μαθητών να γράψουν μια λίστα
Ζητήθηκε από μια ομάδα μαθητών να γράψουν μια λίστα με αυτά που κατά τη γνώμη τους ήταν τα σημερινά “επτά θαύματα του κόσμου”.

Παρ’ ότι υπήρξαν κάποιες διαφωνίες, οι περισσότερες γνώμες αφορούσαν τα παρακάτω:
1. Οι πυραμίδες της Αιγύπτου
2. Το Τaj Mahal
3. To Grand Canyon
4. Το κανάλι του Παναμά
5. To Εmpire State Building
6. Η βασιλική του Αγίου Πέτρου
7. Το σινικό τείχος

Ενώ μάζευαν τα γραπτά, ο δάσκαλος πρόσεξε ότι μια μαθήτρια, δεν είχε τελειώσει ακόμη το γράψιμο.
Τη ρώτησε λοιπόν αν είχε κάποιο πρόβλημα με τη λίστα της. 

Το κορίτσι απάντησε: 
Nαι, έχω λίγο πρόβλημα. Δεν μπορώ να αποφασίσω, γιατί είναι τόσα πολλά…

Ο δάσκαλος τότε της είπε: 
πες μας λοιπόν τι έχεις γράψει, για να δούμε αν μπορούμε να σε βοηθήσουμε.

Το κορίτσι στην αρχή δίστασε, μα μετά διάβασε: 
“Πιστεύω τα επτά θαύματα του κόσμου είναι…
1. Να βλέπεις…
2. Να ακούς…
3. Να αγγίζεις…
4. Να γεύεσαι…
5. Να αισθάνεσαι…
6. Να γελάς…
και
7. Να αγαπάς…

Η ησυχία στην αίθουσα ήταν τέτοια, που θα άκουγες και μια καρφίτσα αν έπεφτε…..