Κανένα θαλάσσιο ζώο δεν έχει τόσο πολύ απασχολήσει συγγραφείς και ποιητές όσο το δελφίνι.

beauty-belleza-beaute-schoenheit:
“A picture from Kefir: https://kefirapp.com/w/2465278
”
Beautiful!
Oδύσσεια

"Mες στο βαθύ το σπήλιο της ως τα μισά χωμένη.
από το μαύρο βάραθρο τ` άγρια κεφάλια βγάζει,
κι εκεί ψαρεύει, ψάχνοντας ολόγυρα στον βράχο,
δελφίνια και σκυλόψαρα κι άλλα θαλασσαγρίμια,
που μύρια η κυματόβροντη τα βόσκει η
Aμφιτρίτη"  

(Έμμετρη μετάφραση Aργύρη Eφταλιώτη). 

Ο Ουρανός φλερτάριζε αιώνες με τη Γη... Μα 'κείνη χαριεντιζόταν και τόπαιζε μουγκή.

ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ ΓΑΙΑ

Ο Ουρανός φλερτάριζε αιώνες με τη Γη μα 'κείνη χαριεντιζόταν και τόπαιζε μουγκή.
Ήτανε πάντα ανέμελη, δίχως καμιά σκοτούρακι εκείνος ταλανιζόταν, με το μυαλό θολούρα.
Έτρεχε σαν μικρό παιδί κι ας ήτανε παρθένα,δε γνώριζε η άμοιρη, του έρωτα την τρέλα.
Ο Ουρανός την έβλεπε γυμνή να παιδιαρίζει,πότε με ζώα, με πουλιά και κρίνους να μυρίζει.
Της έστελνε μηνύματα, με ήλιο, με φεγγάρι,μα κείνη αδιάφορα δεν τούκανε τη χάρη.
Της άρεσε να κολυμπά, σε λίμνες και ποτάμιακι ως ήταν θεόγυμνη, την πέρναγε για λάμια.
Γυμνή καθώς, ακιζόταν με όμορφες ασκήσεις,εκείνος τις εκλάμβανε, ερωτικές προκλήσεις.
Είχε κορμί λαχταριστό, ψηλό και γυμνασμένο,μα στα γαλάζια μάτια της, το βλέμμα 'ταν θλιμμένο.
Με ζέστη, την εδρόσιζε, με μια ψιλή βροχή, της χάιδευε τα στήθια της, δίχως καμιά ντροπή.
Εκείνη ηδονιζόταν και τριβόταν με χάρη, νιώθοντας την απόλαυση, σε όλα της τα κάλλη.
Τότε λοιπόν του σάλεψε, του άναψαν τα μέα και άστραψε και βρόντηξε, και τρόμαξε η Γαία.
Κι όταν της φανερώθηκε, γυμνός, με τις ορμές του, εκείνη αλαφιάστηκε και χάθηκ' από μπρος του.
Τότε πήρε απόφαση, να ρίξει ένα χιόνι, να τήνε πιάσει τούρτουρο, ν' αρχίσει να κρυώνει.
Και σκέφτηκε να κατεβεί, σεμνά να της μιλήσει και με τον ήλιο συντροφιά, το σώμα της ν' αγγίξει.
Η σκέψη του καλάρεσε, και ρίχνει μπόι χιόνι και τήνε βρίσκει σε σπηλιά, με ζέστα, τη σιμώνει.
Την αγκαλιάζει τρυφερά, το σώμα της θερμαίνει και κείνη που δεν ήθελε μπροστά της να τον βλέπει από τη γλύκα του κορμιού, του μένει λιγωμένη...
Έμειναν χρόνια συντροφιά, στου κλιναριού τα κλώνια κι απέκτησαν, θεούς παιδιά, δισέγγονα και αγκόνια.
Η Γαία και ο Ουρανός, γέννησαν τους Τιτάνες, Κύκλωπες κι εκατόγχειρες πενηντακεφαλάδες.
Ο Ουρανός που εζήλευε, τους όμορφους Τιτάνες τους έκλεισε στα έγκατα, για να μη βρει μπελάδες.
Ήτανε πολύ έξυπνοι και είχε τη φοβία, μη και τυχόν παράωρα, του πάρουν τα πρωτεία.
Ο βασιλιάς βασάνιζε, εγγόνους και παιδιά του κι εκλιπαρούσαν όλοι τους, να ΄ρθει στα συγκαλά του.
Κυρίαρχος του σύμπαντος, μ' όλους δεσποτικός, γινόταν στα γεράματα, πολύ τυραννικός.
Μα κάποτε γεννήθηκε κι ο Κρόνος απ' τη Γαία, που στο μυαλό τον έφερε, σαν εξουσία νέα.
Η Γαία τότε σκέφτηκε, το νέο γιο να κρύψει, για να τον έχει συνεργό, στο θρόνο να καθίσει.
Η μάνα Γη ξεχώριζε, τον Κρόνο απ' τα παιδιά της, που πάντα της τον έσφιγγε, μ' αγάπη στην ποδιά της.
Ήταν πανούργος, δυνατός, υπάκουος, σε όλα και τον μυούσε μυστικά, να πάρει την κορόνα.
Έτσι περνούσε ο καιρός, με γλέντια και μεθύσια κι ο Ουρανός κοιμότανε, με μούσες και κορίτσια.
Μα ένα βράδυ πούτανε, σ' απόλυτη κραιπάλη, ο Κρόνος τον μαχαίρωσε στο κάτω το κεφάλι.
Έπειτα πήρε το θρονί, με γέλια και τραγούδια κι η Γαία τού εγνώρισε, μια θεά, τη Ρέα.
Έτσι ο Κρόνος βασιλιάς, παντρεύτηκε τη Ρέα που κείνη συμβουλευόταν πολύ συχνά τη Γαία.
Συχνά, πυκνά θυμότανε, παλιά μια προφητεία, πως κάποιος απ' τους γόνους του, θάρθει στη βασιλεία.
Όμως σε κάθε γέννα της, έβλεπε τρις αλί της, τον Κρόνο μπρος στα μάτια της να τρώει το παιδί της.
Τότε συναποφάσισαν, νύφη και πεθερά, σε μια καινούργια γέννα, μέσ' στις φασκιές να βάλουνε μικρό ένα λιθαράκι κι ο Κρόνος να το καταπιεί, σαν νάταν αγοράκι...
Όταν λοιπόν γεννήθηκε ο Δίας κάποια μέρα, η Ρέα τόδωσε κρυφά, στη μάνα της τη Γαία.
Εκείνη τότε τόστειλε ψηλά στον Ψηλορείτη,σε μια σπηλιά που βρισκόταν στην όμορφη τη Δίκτη.
Οι νύμφες το γαλούχησαν με κέρας Αμαλθείας σύμβολο γονιμότητας, μα και της αφθονίας.
Το γύμναζαν, το σπούδαζαν, μ' αναμονή κι ελπίδα πως θα βρεθεί στον Όλυμπο και θάχει βασιλεία.
Έτσι όταν ανδρώθηκε, στάθηκε μπρος στον Κρόνο και του αξίωσε με μιας, να φύγει από το θρόνο.
Κι απέ που τον διέταξε, να βγάλει τα παιδιά του, αυτά που είχε καταπιεί και νάχει την υγειά του.
Έτσι εξέρασε για μιάς τους Άδη, Ποσειδώνα, Δήμητρα και Εστία, και την πανέμορφη γυναίκα του την Ήρα.
Η Ήρα που μεγάλωσε στης Εύβοιας τα μέρη είχε πάντα για συντροφιά, νύμφες του Δημοσάρη.
Με δύναμη του φαραγγιού, και την οργή της Όχης πανέμορφη, κακίστρα, που στο θυμό της ξέσπαγε σε γόνο και σε φύτρα.
Γι' αυτό και σαν τη γνώρισε, η Ρέα με το Δία, εκείνος ξετρελάθηκε, την έκανε συμβία.
Η Ήρα τούμεινε πιστή, μα πάντοτε ζηλιάρα, τούκανε μαύρη τη ζωή, γιατ' ήτανε γκρινιάρα.
Στις απιστίες του θεού, κρατούσε πισινή και πάντοτε ξεθύμαινε, στου Δία τη θνητή.
Ο Δίας που ξελόγιασε, για λίγο τη Λητώ, την έφερε στα δύσκολα, γιατ' είχε τοκετό.
Η Ήρα που μυρίστηκε, του Δία τα τερτίπια, καυγάδισε με τη Λητώ, για τα ερωτικά ξενύχτια.
Εκείνη εγκατέλειψε, κομμάτι δροσερό και πήγε της και γέννησε σ' ένα νησί ξερό.
Στη Δήλο τ' άνυδρο νησί, που κατοικούσαν φίδια, στην ώρα της εγέννησε, πανέμορφα λουλούδια.
Την Άρτεμη τη λιγερή, πούτανε κυνηγήτρα και το λαμπρό Απόλλωνα, που σπάνιζε σαν φύτρα.
Φεγγοβολούσε σαν αστρί, σαν ήλιος σαν φεγγάρι, με μάτια που λαμπίριζαν, όμοιο μαργαριτάρι...

Αχιλλέας Τσουράκης

Ὅλοι σέ λένε κατευθείαν ἄγαλμα, ἐγώ σέ πρσφωνῶ γυναίκα κατευθείαν.

Σημεῖο Ἀναγνωρίσεως

Ὅλοι σέ λένε κατευθείαν ἄγαλμα,
ἐγώ σέ πρσφωνῶ γυναίκα κατευθείαν.
Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Ἀπό μακριά ἐξαπατᾶς.

Θαρρεῖ κανείς πώς ἔχεις ἐλαφρά ἀνακαθήσει
νά θυμηθεῖς ἕνα ὡραῖο ὄνειρο πού εἶδες,
πώς παίρνεις φόρα νά τό ζήσεις.

Ἀπό κοντά ξεκαθαρίζει τό ὄνειρο:
δεμένα εἶναι πισθάγκωνα τά χέρια σου
μ' ἕνα σκοινί μαρμάρινο
κι ἡ στάση σου εἶναι ἡ θέλησή σου
κάτι νά σέ βοηθήσει νά ξεφύγεις
τήν ἀγωνία τοῦ αἰχμάλωτου.

Ἔτσι σέ παραγγείλανε στό γλύπτη:
αἰχμάλωτη.
Δέν μπορεῖς
οὔτε μιά βροχή νά ζυγίσεις στό χέρι σου,
οὔτε μιά ἐλαφριά μαργαρίτα.

Δεμένα εἶναι τά χέρια σου.
Καί δέν εἶν' τό μάρμαρο μόνο ὁ Ἄργος.

Ἄν κάτι πήγαινε ν' ἀλλάξει
στήν πορεία τῶν μαρμάρων,
ἄν ἄρχιζαν τ' ἀγάλματα ἀγῶνες
γιά ἐλευθερίες καί ἰσότητες,
ὅπως οἱ δοῦλοι,
οἱ νεκροί
καί τό αἴσθημά μας,
ἐσύ θά πορευόσουνα
μές στήν κοσμογονία τῶν μαρμάρων
μέ δεμένα πάλι τά χέρια, αἰχμάλωτη.

Ὅλοι σέ λένε κατευθείαν ἄγαλμα,
ἐγώ σέ λέω γυναίκα ἀμέσως.
Ὄχι γιατί γυναίκα σέ παρέδωσε
 στό μάρμαρο ὁ γλύπτης
κι ὑπόσχονται οἱ γοφοί σου
εὐγονία ἀγαλμάτων,
καλή σοδειά ἀκινησίας.

Γιά τά δεμένα χέρια σου, πού ἔχεις
ὅσους πολλούς αἰῶνες σέ γνωρίζω,
σέ λέω γυναίκα.
Σέ λέω γυναίκα
γιατ' εἶσ’ αἰχμάλωτη.

Κ. Δημουλά

Oι θυσίες αλόγων είναι κάτι που χάνεται στα βάθη των χρόνων.


Tο άλογο, όπως και ο κύριός του, έχει μεταφυσικούς φόβους. 
Φοβάται τα στοιχειά, ορισμένες πηγές το ταράζουν, γίνεται και το ίδιο στοιχειό, ενώ στον Mαραθώνα γίνεται αόρατο φάντασμα που χλιμιντρίζει· 
«Eνταύθα ανά πάσαν νύκτα και ίππων χρεμετιζόντων και ανδρών μαχομένων έστιν αισθέσθαι» 

(Παυσανίας).

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου...

FATA MORGANA

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ’ αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ’ τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Σταρτόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Νίκος Καββαδίας
ΔΕN ΘΑ ΛΕΓΟΣΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Δεν θα λεγόσουν άνθρωπος
αν έθαβες τα όνειρά σου μετά από κάθε θάνατό τους μη ελπίζοντας σε μια ανάσταση
αν σταύρωνες την ελπίδα σου και χλεύαζες ποτίζοντάς την λήθη μη περιμένοντας πια θαύματα
αν τα λάθη σου έκανες καρφιά και τη ζωή σου κάρφωνες πιστεύοντας πως δε θα στάξει απ’ τις πληγές διόλου αίμα
αν τη ψυχή σου σε δίκη παρέδιδες χωρίς μια απολογία αθώωσης να δώσεις ότι ποτέ δεν ήσουνα κι ούτε ποτέ θα γίνεις Θεός

ΛΙΤΣΑ ΜΟΣΚΙΟΥ

Λένε πως η κάθε νύχτα φέρνει μιαν αυγή κι η κάθε μπόρα γίνετε γαλήνη... ( Νίκος Ορφανίδης)

Από νύχτα σε νύχτα

Λένε πως η κάθε νύχτα φέρνει μιαν αυγή
κι η κάθε μπόρα γίνετε γαλήνη
όμως πως γίνετε για μένα η ζωή
να 'ναι μακρύ πικρόχολο ταξίδι.

Και από μια νύχτα σ' άλλη νύχτα να τραβώ
χωρίς ελπίδα ένα χέρι να κρατήσω
τα δύσβατα μου μονοπάτια να κρατώ
μες στον απάνθρωπο τον κόσμο να βαδίσω.

Όλοι μου οι φίλοι ήταν μόνο για χαρές
το κάθε χέρι μόνο για να παίρνει
κι’ όλοι μου λέγαν στις δύσκολες στιγμές
να 'σαι καλά εσύ τα καταφέρνεις.

Νίκος Ορφανίδης 

Το Ηλιοτρόπιο – Του Ευγενίου Τριβιζά...

Φωτογραφία του Γιάννης Χαραλαμπάκης.
Ήταν κάποτε ένα λιβάδι γεμάτο ηλιοτρόπια. Κι όλα αυτά τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν ολημερίς με θαυμασμό τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, γύριζαν από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, γυρνούσαν από δω. Εκτός από ένα. Ένα μόνο ηλιοτρόπιο απ΄όλα τα ηλιοτρόπια του κάμπου δεν κοίταζε τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, το ηλιοτρόπιο αυτό κοιτούσε από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, το ηλιοτρόπιο κοιτούσε από δω Μα γιατί δεν κοιτάς κι εσύ τον ήλιο τον ακριβοθώρητο όπως εμείς;” ρωτούσαν τ΄άλλα ηλιοτρόπια απορημένα.

Και γιατί να τον κοιτάω;
Επειδή είναι χρυσός. Επειδή λάμπει κι ανασαίνει φως”.
Ε και λοιπόν; Χαρά στο πράγμα! Ανασαίνει φως και κάτι έγινε
Τι θες να πεις; Δεν σ΄αρέσει δηλαδή;
Καλός είναι δεν λέω, αλλά όχι και να τον θαυμάζει κανείς απ΄το πρωί ίσαμε το βράδυ. Αλήθεια, δεν μπορώ να καταλάβω τι του βρίσκετε και τον κοιτάτε σαν χαζά, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει”.
Δεν είναι στα καλά του, σκέφτονταν τα ηλιοτρόπια “Ακούς εκεί, να μη θέλει να κοιτάζει τον ήλιο;
Και περνούσαν οι μέρες. Και όλα τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν τον ήλιο, εκτός από κείνο το ηλιοτρόπιο το ένα, που κοιτούσε πάντα από την αντίθετη μεριά.

Δε μου λες; Γιατί δεν με κοιτάς;” το ρωτάει μια μέρα ο ήλιος
Άσε με ήσυχο” είπε το ηλιοτρόπιο
Πες μου, γιατί δε με κοιτάς;” ξαναρωτάει ο ήλιος.
Θέλεις αλήθεια να σου πω;
Ναι
Επειδή… θέλω να βγαίνεις μόνο για μένα. Μόνο για μένα να γελάς. Να λάμπεις μόνο για μένα. Εμένα μόνο να ζεσταίνεις” είπε το ηλιοτρόπιο.
Αν έβγαινες μόνο για μένα, τότε ναι θα σε κοιτούσα 
Μα δεν γίνεται αυτό” αποκρίθηκε ο ήλιος. “Δεν γίνεται να βγαίνω μόνο για σένα, να γελάω μόνο για σένα, εσένα μόνο να ζεσταίνω. Δεν γίνεται

Τότε κι εγώ δεν θα σε κοιτάω
Μα πρέπει μικρό ηλιοτρόπιο. Θα μαραθείς, αν δε με κοιτάς
Και τι σε νοιάζει εσένα αν μαραθώ. Παράτα με” είπε το ηλιοτρόπιο. 

Δεν μίλησε ο ήλιος. Και το ηλιοτρόπιο κοιτούσε με πείσμα από την άλλη τη μεριά. Και περνούσαν οι μέρες και άρχισε να χλωμιάζει το ηλιοτρόπιο. Είδατε;” ψιθύρισαν τ’ άλλα ηλιοτρόπια μεταξύ τους “Δεν κοιτάζει τον ήλιο και ορίστε.. Ιδού τα αποτελέσματα. Δεν το βλέπω καθόλου καλά. Να το θυμηθείτε ότι έτσι που πάει αργά ή γρήγορα θα μαραθεί“.
Είχε δίκιο. Κάθε μέρα που περνούσε το ηλιοτρόπιο γινόταν όλο και πιο χλωμό, ο μίσχος στα πέταλά του μαραινόταν, αλλά ούτε που γύριζε να κοιτάξει τον βασιλιά τον ήλιο.
Παραξενεμένα τα ηλιοτρόπια, το άκουγαν να μιλάει μόνο του.Φύγε” έλεγε “δε θέλω να σε βλέπω. Φύγε”
Ώσπου ένα βράδυ, το τελευταίο κείνο βράδυ, όταν όλα τ΄άλλα ηλιοτρόπια είχαν αποκοιμηθεί, μέσα στη νύχτα, μέσα στη σιωπή, πρόβαλε ο ήλιος. Πρώτη φορά έβγαινε το βράδυ. Δεν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο. Βγήκε κι έδιωξε το σκοτάδι και πλημμύρισε μ΄ένα χρυσαφένιο φως, μαγευτικό φως τ΄όνειρό του.
Αποτέλεσμα εικόνας για Το Ηλιοτρόπιο – Του Ευγενίου Τριβιζά...
Ήρθες;” είπε το ηλιοτρόπιο.
Ήρθα” είπε ο ήλιος
Μόνο για μένα;
Μόνο για σένα” αποκρίθηκε ο ήλιος “Έλα”.
Ένιωσε ανάλαφρο το ηλιοτρόπιο, τόσο ανάλαφρο σαν να μη το έδενε η ρίζα του στο χώμα. Λες κι έγιναν φτερά τα φύλλα του, αφέθηκε ν΄ανεβαίνει.. Κι ανέβαινε, όλο ανέβαινε.. Ήταν τόσο μαγευτικός ο ουρανός, τόσο φωτεινός, δεν γίνεται πιο φωτεινός.. Κι έφτασε κοντά στον ήλιο. Κι από κει ψηλά είδε όλες τις θάλασσες, κι όλα τα λιβάδια, είδε λίμνες, είδε λειμώνες είδε δάση, είδε ροδώνες και χώρες μαγικές και κόρφους μυστικούς και νησιά που ταξιδεύανε στο κύμα και πράσινα ποτάμια που στραφτάριζαν κι ολόλευκα πουλιά πάνω απ΄τα βουνά τ΄ασημένια.
Έλα κοντά μου” είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε κοντά.
Πιο κοντά” είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε πιο κοντά.
Κοίτα με” είπε ο ήλιος “Κοίτα με ηλιοτρόπιο” Το ηλιοτρόπιο τον κοίταξε.
“Εσένα μόνο
” είπε ο ήλιος, και το άγγιξε με την ανάσα του.
Κι ένιωσε την ανάσα εκείνη να το καίει σαν πυρετός, σαν φλόγα να το αγκαλιάζει, σαν αστραπή θαμπωτική να το πονά κι ήταν όλα ένα χρυσάφι μέσα του, ολόγυρά του. Φλόγα θαμπωτική ο ουρανός απ΄άκρη σε άκρη. Κι ένιωσε τα φυλλοκάρδια του ν΄ανοίγουν, να γλιστράνε, να σκορπάν τα σπόρια του, να πέφτουν δάκρυ και βροχή στις θάλασσες του κόσμου κι όπως αγγίζαν τον αφρό, όπως άγγιζαν το κύμα σπίθες ξενες να πηδούν, μυριάδες ηλιοτρόπια να βλασταίνουν στη στιγμή, κύματα κι άλλα κύματα από ηλιοτρόπια χρυσά, ήλιοι λουλουδένιοι που στραφτάριζαν ολούθε ονειρικά, θάλασσες απέραντες χωρίς αρχή και τέλος.
Είχε συννεφιά τ΄άλλο πρωί. Δεν βγήκε τη μέρα εκείνη ο ήλιος. Κατασκότεινος ο ουρανός, λες κι ήταν βουρκωμένος . Το ηλιοτρόπιο έγερνε στο μίσχο του ξερό, καψαλισμένο, δίχως δροσιά, χωρίς πνοή, ανάμεσα στα δροσά ηλιοτρόπια του κάμπου.
Τά΄θελε και τά΄παθε” είπε ένα ηλιοτρόπιο
Πήγαινε γυρεύοντας” είπε ένα άλλο. Έτσι είπαν.
Έτσι είπαν και το λυπήθηκαν. Το λυπήθηκαν επειδή κανένα τους δε μάντεψε, πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του, κανένας δεν έμαθε ποτέ το τελευταίο όνειρό του.
Φωτογραφία του Γιάννης Χαραλαμπάκης.
Ευγένιος Τριβιζάς.

Πάνω στο ξερό το χώμα φύτρωσε μικρή μηλιά...


Πάνω στο ξερό το χώμα φύτρωσε μικρή μηλιά
έρημη και ξεχασμένη απ’ του κόσμου τη ματιά...
Μονάχα το φθινόπωρο με το χλωμό του χρώμα
ζωγράφιζε τα φύλλα της να φέρουν το χειμώνα...
Να `ρθει ξανά η άνοιξη Μάης να τη στολίσει
και το γυμνό της το κορμί μα άνθη να το ντύσει...

Πέρασαν δυο χειμώνες με καρπούς φορτώθηκε
και τ’ ανθρώπινο το μάτι πάνω της καρφώθηκε...
Τριγύρω την κυκλώσανε με χέρια απλωμένα
και βρέθηκε σε μια στιγμή με τα κλαριά σπασμένα...
Έλα βροχή και σώσε με το σώμα μου λυγίζει
και σκέπασέ με καταχνιά κανείς να μην μ’ αγγίζει...

Μαρμαρωμένες θάλασσες ταξιδεύει τώρα το βλέμμα σου, κρατώντας στη πυξίδα , σταθερή τη ρότα , της ξενιτιάς… (Λίτσα Μοσκιού)


Μαρμαρωμένες θάλασσες
ταξιδεύει τώρα το βλέμμα σου,
 κρατώντας στη πυξίδα ,
σταθερή τη ρότα , της ξενιτιάς…

κι από γιος δικός ,
 ορφανός ξένος,
 έγινες…
σε τόπους που γέμισαν παράπονο…

μετέωρο το βήμα του γυρισμού
πάνω στο<< θέλω >> ισορροπεί,
 ανάμεσα στο <<κάποτε>> και στο<< θα>>,
 μια ζωή ακροβατεί , ελπίζοντας…

πως θα υπάρχει πάντα εκεί
ένα <<δίχτυ >> να σε κρατεί,
 μια μάνα στη πόρτα του σπιτιού,
να σε καρτερεί.

Μα ο χρόνος φέρνει τη στιγμή που δε γητεύεται ,
 τη φθορά, που κάνει το δίχτυ να κόβεται,
σα παύει πια να μετράει,
μέρες άλλες…

Σαν οι ψυχές δε λησμονάνε το καημό,
καρτερούν πάντα ένα γνώριμο γυρισμό ,
έστω για ένα θυμίαμα μονάχα ,
 σ΄ ένα τάφο από μάρμαρο λευκό.

 (Λίτσα Μοσκιού)

Χαρὰ σ᾿ ἐσέ, χώρα λευκὴ καὶ χώρα εὐτυχισμένη! (Κωστὴς Παλαμᾶς)

artmagnifique:
“ROBERT S. DUNCANSON. Vesuvius and Pompeii, 1870, oil on canvas.
”
Ὕμνος εἰς τὴν Ἀθήνα

Χαρὰ σ᾿ ἐσέ, χώρα λευκὴ καὶ χώρα εὐτυχισμένη!
Καμιὰ χώρα σ᾿ ὅλη τη γῆ, καμιὰ στὴν οἰκουμένη
δὲν ηὖρε τέτοιο φυλαχτὸ σὰν τὸ δικό μου μάτι.
Ἀπ᾿ ἄλλες χῶρες πέρασα γοργὰ - γοργὰ τρεχάτη
καὶ μ᾿ εἶδαν τῆς Ἑλλάδας μου τ᾿ ἀγαπημένα μέρη
σὰν ἄνεμο καὶ σὰν ἀϊτὸ καὶ σύννεφο κι ἀστέρι.
Ὅμως σ᾿ ἐσὲ τὸ θρόνο μου αἰώνια θεμελιώνω
καὶ ρίζωσ᾿ ἡ ἀγάπη μου στὰ χώματά σου μόνο.

 (Κωστὴς Παλαμᾶς)

Πρόσεξες ποτέ τις λίμνες; Δεν είναι σαν τις θάλασσες. Οι θάλασσες μιλούν… Τραγουδούν. Οι λίμνες ονειρεύονται..! (Αλκυόνη Παπαδάκη)

Οι συντρόφοι που χαθήκαν με την πέτρα της σιωπής μας στο λαιμό τους

bir-uyumsuz:
“Eskiyle yeniyi karıştırmayın,
olmuyor,
Eski bir başka güzel…
”
Οι συντρόφοι που χαθήκαν με την πέτρα της σιωπής μας
στο λαιμό τους ίσως και νάχουν γίνει πια ετούτη η μουγκή βροχή
που δένει στην ψυχή μας το σπάγκο του χειμώνα
μείνανε στο στερνό βαγόνι σιωπηλοί
κοιτάζοντας τις ράχες εκείνων που κατέβαιναν τις ξένες αγκαλιές
το πηγαινέλα του καφέ στην αίθουσα αναμονής
σκυφτοί και πετρωμένοι στα σφυρίγματα του μηχανοδηγού
Δεμένοι με τί κάρβουνο και τί σανίδι

Ίσως να ταξιδεύουνε ακόμα, ξέρεις σαν τα πανάρχαια θολά ποτάμια
σαν το κατέβασμα της χειμωνιάτικης βραδιάς
με το φεγγάρι, τη σιωπή, τη λάμπα πετρελαίου
χωρίς τοπίο στο παράθυρο χειρονομίες, λέξεις και νοήματα
σαν την αποψινή μουγκή βροχή με το βελόνι και τον σπάγκο του χειμώνα

Δεν ξέρω”, είπ' εκείνη δεν ξέρω πολλά πράγματα από τραίνα
άλλωστε, δεν ταξιδεύει πολύς κόσμος πια μ' αυτά είναι αργά και επικίνδυνα”.

ΒΡΑΔΙΝΟ ΒΑΓΟΝΙ