Προ Της Παναγιάς... Αχιλλέας Παράσχος.

Στην έρημή σου έρχομαι και πάλιν εκκλησία,
αγαπημένη Παναγιά, χλωμή μου Παναγία.
Ήλθα τον πόνο να σου ειπώ που έχω στην καρδιά μου·
δεν έχω άλλον από σε, το ξεύρεις Δέσποινά μου….
Μάννα του κόσμου! πρόφθασε, η χάρι σου ας με ράνη,
μ’ αρρώστησ’ η Μαρία μου κοντεύει να πεθάνη:
Βασίλισσα των ουρανών, λευκή του κόσμου σκέπη,
μονάχη τώρα η χρυσή εικόνα σου με βλέπει…
Όχι· δεν ήλθε σήμερα σαν άλλοτε μ’ εμένα
ν’ ανάψη τα καντήλια σου και κρέμουνται σβυσμένα.
Ποιος θα σου φέρνη, Δέσποινα, στην ερημιά λιβάνι,
ανίσως η Μαρία μου, ανίσως αποθάνη;

Στο παρά πέντε... Νίκος Ορφανίδης.

Στους δρόμους που μεγάλωσα ήταν γεμάτοι στάχτη
κι εγώ πάντα προσκύναγα τον λάθος αρχηγό
τοπίο ίδιο που ‘μοιαζε μια νύχτα στην Βαγδάτη
και η ελπίδα χάθηκε μέσα στον πανικό
τα ψέματα τα χόρτασα πάντα τα ίδια λόγια
στα όνειρα μου έταζαν ανώγια και κατώγια

Στο πάρα πέντε έφτασα κι ο χρόνος ο βαρκάρης
στην νύχτα του με κλείδωσε και πήρε τα κλειδιά
και βάδισα αριστερά ν’ αλλάξει το τροπάρι
κι αυτοί με ξεστρατήσανε και πάλι στα δεξιά
στο πάθος τ’ αλαζονικό και τ’ άστρο το σβησμένο
κουράστηκα να σέρνομαι στην μοίρα μου δεμένος

Η Παρουσία σου... Στέλλα Βρακά.

Στην δυσκολία
του δυσκολότερου ονείρου
τρέχει ο ουρανός μου
γυρεύοντας την αφή των χεριών σου.

Χαραγμένη η θάλασσα
απ' το μονοπάτι σου
που...
αναγκαιούμαι να διαβώ.

Στην αφή της παλάμης σου
θα ευλαβηθούν τα στάχυα
που τώρα συντηρούνται άσκοπα.
Στον πρώτο σου ενθουσιασμό
θ' ανθίσουν τα λουλούδια
σαν ευγνωμοσύνες.

Η γυναίκα είναι... Χρυσός..!

«Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δεν μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.»

Χρώματα περασμένου δειλινού... Μανόλης Αναγνωστάκης.

«Χρώματα περασμένου δειλινού, άρωμα δίχως συγκίνηση
Άδεια νοήματα μιας χαρακιάς που σημαδεύει την πληγή σου
Ο τρόπος να ξυπνήσεις μέσα σ’ αυτή την αγωνία μιαν
ανάμνηση θυσίας.

Μια πονεμένη κραυγή στην πρώτη γραμμή κάθε μάχης
Μια μητέρα το βρέφος στη γωνιά με τα ερείπια
Οι νικημένοι στρατιώτες
Οι αιχμάλωτοι περάσανε ατέλειωτες σειρές δίχως όνομα
Το γράμμα που πια δεν περίμενες· έλειπες τόσον καιρό
στην επαρχία.

Όμως εγώ δε φοβούμαι τον άνεμο που μπαίνει απ’ τα
σπασμένα παράθυρα
Ζήτησα μια καινούρια βλάστηση σ’ ανεξερεύνητες
περιοχές
Ν’ ακούσεις σιμά μια φωνή, όχι τις κρύες κραυγές στους
άγνωστους δρόμους.»

Αχ να γινόταν πάλι να με πάρεις απ’ το χέρι να με βγάλεις από τούτο το λαγούμι..!

Οι διαταγές... Marw Petrina.

Πάνε οι διαταγές ....
Πάει το χτες ...
Έφυγαν οι πίκρες κ οι πόνοι ..
Ελευθερώθηκα από σένα .
Δεν αισθάνομαι μόνη ...
Έχει Ο Θεός ...
Οι άνθρωποι οι καλοί ...
Που είναι αγνοί κ σωστοί ..

Πάνε οι διαταγές ...
Κ δήθεν οι εξυπνάδες οι πολλές ...
Το σήκω πάνω, κάτσε κάτω ...
Το μην μιλάς κ το μόνο ν'ακούς ...
Να με μειώνεις από την ζήλεια σου ... 
για να με ρίχνεις στο πάτο ...

Ο Κύκλος του 99. (Χόρχε Μπουκάι)

Ζούσε κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ένας βασιλιάς πολύ 
θλιμμένος που είχε έναν υπηρέτη χαρούμενο και αισιόδοξο. 
Κάθε πρωί ξυπνούσε τον βασιλιά πηγαίνοντας του το 
πρόγευμα, τραγουδούσε χαρούμενα στιχάκια, του έκανε 
αστείους μορφασμούς. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε 
πάντα ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο, αλλά και όλη του 
η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη. Κάποια μέρα ο βασιλιάς 
δεν άντεξε και τον ρώτησε:

-Ποιο είναι το μυστικό σου;
-Ποιο μυστικό Μεγαλειότατε;
-Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ποιο είναι το μυστικό 
της χαράς σου. Λέγε γρήγορα.
-Μα… δεν υπάρχει μυστικό Μεγαλειότατε.
-Πως τολμάς να λες ψέματα σ´ εμένα. Έχω κόψει κεφάλια 
για πολύ μικρότερες προσβολές, από ένα ψέμα.
-Πιστέψτε με Μεγαλειότατε, σας παρακαλώ, 
δεν σας κρύβω τίποτα. Δεν υπάρχει κανένα μυστικό.
-Και πως τα καταφέρνεις βρε ανόητε και είσαι όλη την 
μέρα τόσο κεφάτος; Σε έχω παρακολουθήσει, σε βλέπω. 
Όλο χαχαχού και αστεία είσαι.

«Φωνή απ’ την Θάλασσα»... Καβάφης

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.

Κι αν μας πουν κάποτε Ποιητές θα ’ναι γιατί περπατήσαμε μέσα στα όνειρα των ανθρώπων και κυνηγήσαμε τους κακούς… (ΛΙΤΣΑ ΜΟΣΚΙΟΥ).

Γόρδιος Δισταγμός...Τάσος Σ. Μάντζιος

Ήταν γλυκό πολύ, εκείνο το απόγευμα.
Γλυκό και τ’ απόβραδο, στο πλάι της, ήταν!…

Εύθραυστο αγγείο, η ομορφιά της,
ερυθρόμορφο, αέτωμα αρχαίου ναού, το ανεπιτήδευτό της…

Στα χείλη της, η Αφροδίτη επαίρονταν,
στα μάτια της, οι θάλασσες ωχριούσαν!…

Λάβρος ανάβλυζε και με πλημμύριζε ο Έρωτας,
Σάτυρος Πόθος με κατέκλυζε…

Τις πιο κρυφές ελπίδες μου, ανάδευε το σούρουπο
κι η νύχτα, μύριες υποσχέσεις, μου ψιθύριζε!…

Σπαρτάραγε η αδημονία, εντός μου, ασύδοτη.
Αιφνίδιος και αναίτιος, με κατέβαλε, ο γόρδιος δισταγμός!…

Ήταν γλυκό πολύ, εκείνο το απόγευμα.
 Γλυκό και τ’ απόβραδο στο πλάι της, ήταν!…

Μέσα στα μάτια της, καράβια αρμένιζαν.

Καράβια, και μέσα δε μ’ είχαν!…

Ο βασιλιάς και ο βράχος...

Αποτέλεσμα εικόνας για μια μικρη ιστορια Ο βασιλιάς και ο βράχος
Κάποτε υπήρχε ένας παντοδύναμος βασιλιάς ο οποίος κυβερνούσε το βασίλειό του επί δεκαετίες. 

Μια μέρα ήθελε να δει τον χαρακτήρα των κατοίκων το βασιλείου και έτσι τους έβαλε μια δοκιμασία.

Τοποθέτησε έναν μεγάλο βράχο στη μέση του δρόμου και κρύφτηκε εκεί κοντά σε κάτι θάμνους. 
Οι πρώτοι που πέρασαν ήταν μια ομάδα από τους καλύτερους και πλουσιότερους εμπόρους του οι οποίοι περνούσαν με τις άμαξές τους. 

Αντί να κατέβουν και να μετακινήσουν τον βράχο, προσπάθησαν να τον περάσουν κάνοντας τον γύρο. 

Ταλαιπωρήθηκαν πολύ, αλλά στο τέλος πέρασαν. 
Μάλιστα, κατηγόρησαν το βασιλιά πως δεν φροντίζει για τη σωστή συντήρηση των δρόμων.

Έπειτα, από κάμποση ώρα, εμφανίστηκε ένας χωρικός περπατώντας το δρόμο. 
Ο χωρικός φανερά κουρασμένος, κουβαλούσε λαχανικά και άλλα τρόφιμα για το σπίτι του. 

Αυτό το κορίτσι έγραψε ιστορία για όλες τις γυναίκες, στο Μαραθώνιο της Βοστώνης.

Στις 17 Απριλίου πραγματοποιήθηκε ο περίφημος μαραθώνιος της Βοστώνης όπου συμμετέχουν 30.000 αθλητές από όλο τον κόσμο. 
Το ημερολόγιο γράφει έγραφε 19 Απριλίου 1966.

Μία γυναίκα είχε πάρει θέση πίσω από έναν θάμνο κοντά στην εκκίνηση του Μαραθωνίου της Βοστώνης, φορώντας το φούτερ και τη βερμούδα του αδερφού της. 
Μόλις η πιστολιά του αφέτη ακούστηκε, πήδηξε στον δρόμο και άρχισε να τρέχει.

Έγινε η πρώτη γυναίκα που έτρεξε σε μαραθώνιο της Βοστώνης. 
Το όνομα της Roberta Gibb. 

Διέσχισε τη γραμμή τερματισμού σε 3 ώρες, 21 λεπτά και 40 δευτερόλεπτα καταφέρνοντας να αφήσει πίσω της τα δύο τρίτα των συνολικά 400 αντρών που συμμετείχαν εκείνη τη χρονιά. 

Λίγα λεπτά μετά την έναρξη του αγώνα, η Gibb είχε πια πάρει θάρρος και αποφάσισε να βγάλει το φούτερ της. 
Ήταν η ώρα της αποκάλυψης.

Άλλοτε η θάλασσα... Γιώργος Σαραντάρης.

Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός

Ένα υπέροχο σπίτι... "Το σπίτι της πλημμύρας"..!

Περίμενέ με στην άκρη του γκρεμού... Ελα...έλα... Εγώ είμαι ο γκρεμός..!

Το σ΄αγαπώ... Νίκος Ορφανίδης

Το τραγούδι με τα λόγια της φωτιάς
μου τραγούδησαν τα γαλανά σου μάτια
σε ένα πέλαγο αγάπης κι’ ομορφιάς
βασιλιάς μες στης καρδιάς σου τα παλάτια

Είναι υπέροχο να ακούς το σ' αγαπώ
να κολυμπάς μες στο απόλυτο του έρωτα
στα δυο της χέρια να κρατά τον ουρανό
να τρεμοπαίζει η καρδιά μου στ’ αφανέρωτα

Σε πανσέληνα φεγγάρια περπατώ
στα περβόλια με της άνοιξης το χρώμα
σ’ ένα απρόσμενο για μένα ουρανό
με ταξίδια στης αγάπης την γονδόλα

"Γιατί κλαις μαμά;"...

Ένα μικρό αγόρι ρώτησε τη μαμά του: “

Γιατί κλαις μαμά;
-”Γιατί είμαι γυναίκα” του είπε.
-”Δεν καταλαβαίνω” είπε το μικρό.

Η μαμά του απλά το αγκάλιασε και είπε 
και ούτε ποτέ θα καταλάβεις….
Αργότερα το μικρό αγόρι ρώτησε τον μπαμπά του: 
Γιατί η μαμά κλαίει χωρίς λόγο;

-”Όλες οι γυναίκες κλαίνε χωρίς λόγο!” 
ήταν το μόνο που μπορούσε να πει ο μπαμπάς του.

Το αγοράκι μεγάλωσε και έγινε άντρας, έχοντας ακόμα 
την απορία για ποιό λόγο κλαίνε οι γυναίκες.

Κάποια στιγμή είχε μια συζήτηση με τον Θεό.
Τότε Τον ρώτησε:
Θεέ μου, γιατί οι γυναίκες κλαίνε τόσο εύκολα;
Και τότε ο Θεός του είπε:

- “Όταν δημιούργησα την γυναίκα έπρεπε να είναι ξεχωριστή. 
Έφτιαξα τους ώμους της δυνατούς αρκετά ώστε να σηκώνουν 
τα βάρη του κόσμου και απαλά για να προσφέρουν ανακούφιση.

Στα Όνειρα... Χλόη Κουτσουμπέλη.

Οι άνθρωποι τελειώνουν ξαφνικά
σε μια στιγμή.
Ακούς το τσακ που κάνει η κλωστή
που σπάει.
Ύστερα η γάζα της νύχτας
καλύπτει τα πάντα
με το σκοτάδι της.

Ινδία... Εικόνα από τον εντυπωσιακό ναο Sasbahu..!

Ο χορός, το τραγούδι, η αφήγηση και η σιωπή.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο χορός, το τραγούδι, η αφήγηση και η σιωπή.
Ο κατατεθλιμμένος, αποθαρρυμένος άνθρωπος, έχοντας 
την αίσθηση ότι έχασε την ψυχή του, πήγε 
στον δάσκαλό του για βοήθεια.

Αυτός τον δέχτηκε στην καλύβα του, του πρόσφερε 
έρωντα  (δίκταμο) και παξιμαδάκια της Κρήτης, με θυμαρίσιο 
μέλι από τη Σίκινο, και αφού ήπιαν και έφαγαν λιτά, 
του έκανε τέσσερις κρίσιμες ερωτήσεις:

Πότε σταμάτησες να χορεύεις;
Πότε σταμάτησες να τραγουδάς;
Πότε σταμάτησες να μαγεύεσαι από τις ιστορίες 
που σου διηγούνταν φίλοι και γνωστοί ή διάβαζες σε βιβλία;
Πότε σταμάτησες να βρίσκεις παρηγοριά στο 
γλυκό έδαφος της σιωπής;

Δε θέλω να `μαστε ούτε φίλοι ούτε εχθροί Θέλω να μη θυμάμαι..! (Βάσω Αλαγιάννη)

Μνήμες παραμένουν σιωπηλοί ιστορίες που μας άφησε ο αντίκτυπος δεν θα πάει μακριά
Απόψε είμαστε κι οι δυο μας σιωπηλοί
ακόμα και οι λέξεις φοβήθηκαν τα χείλη 
το ξέρω θα μου δώσεις ένα φιλί
και θα μου πεις να μείνουμε δυο φίλοι

Δε θέλω να `μαστε ούτε φίλοι ούτε εχθροί
Θέλω να μη θυμάμαι
κι ούτε να ξέρω πού θα πας και ποια είναι αυτή
Θέλω ένα όνειρο μονάχα να `ναι
κι όταν ξυπνήσω το πρωί να είσαι εκεί
για να μου πεις να μη φοβάμαι

Οι ουρανοί δεν έχουν γνωρίσει μεγαλύτερη μανία από την αγάπη που μετατράπηκε σε μίσος, ούτε η κόλαση οργή παρόμοια μ’ αυτή της περιφρονημένης γυναίκας.

"Τα τριαντάφυλλα σερβίρονται και έτσι..!"

Οι τρεις γυναίκες και η Ευτυχία...

Αποτέλεσμα εικόνας για Οι τρεις γυναίκες και η Ευτυχία.
Το παλιό καιρό, ταξίδευαν τρεις γυναίκες και, ξαφνικά, 
βλέπουν μπροστά τους, μέσα σε έναν μεγάλο λάκκο, 
μια τέταρτη γυναίκα, παγιδευμένη. 
Με έκπληξη καταλαβαίνουν πως είναι η Ευτυχία.
Τότε η πρώτη γυναίκα λέει:

– Ευτυχία, θέλω να με κάνεις όμορφη.
Αμέσως, μεταμορφώθηκε σε μια καλλονή κι ευτυχισμένη έφυγε.

Η δεύτερη γυναίκα απευθύνθηκε στην Ευτυχία και της είπε:
– Θέλω να με κάνεις πλούσια.
Αμέσως, εμφανίσθηκε μπροστά της ένα σακούλι 
γεμάτο χρυσαφικά και διαμάντια, η γυναίκα 
το άρπαξε κι ευτυχισμένη έφυγε.

Θα πρέπει να βρούμε με ποιον θα φάμε και θα πιούμε, πριν βρούμε τι θα φάμε και θα πιούμε.

Οταν οι ζέβρες βρίσκονται μέσα σε ένα μεγάλο κοπάδι... Μπερδεύει τα ζώα που θέλουν να τις κυνηγήσουν..!

Της αγάπης η πληγή... (Νίκος Ορφανίδης)

Χαράματα στην θλίψη τριγυρίζεις 
του έρωτα σου ψάχνεις το κλειδί
εικόνες με την σκέψη ζωγραφίζεις
και της αγάπης την πηγή να πιεις να δροσιστείς

Πάλι το σήμερα μέσα στην χίμαιρα
θολό τοπίο στης σιωπής την καταχνιά
μα είναι τα σύνορα κλειστά με σίδερα
και της αγάπης η πληγή να μη περνά

Αλίμονο σ’ εμάς που αγαπάμε
που το αντίο μας καρφώνει την ψυχή
τα χρόνια μας στην λήθη να περνάμε 
με μια ανάμνηση κι οι νύχτες μας μια φυλακή

Και το τρένο ξεκίνησε και εσύ πάλι μακριά μου... Κι ήθελα τόσα να σου πω πως σ' αγαπώ να σου φωνάξω..!

Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο... Ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο..!

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα... Οδυσσέας Ελύτης.

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου 
μες στ’ αχανή σεντόνια

Να μαδάω γιασεμιά -- κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μεσ’ από φεγγαρά περάσματα και κρυφές 
της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαιδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τι" και το "ε"
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Βλέπεις τον εύοσμο ρυθμό... Βλέπεις τη μάνα τρικυμία σαν αρχόντισσα..!

"Η διαφορά μεταξύ βιολιού και βιόλας είναι ότι... Το βιολί καίγεται για περισσότερη ώρα..! (Victor Borge)"

Η τέχνη του δρόμου ή αλλιώς street art, όπως συνηθίζεται να λέγεται ξεκίνησε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής από έναν καλλιτέχνη, ονομαζόμενο Sidewalk ..

crossconnectmag:
“Street art by My Dog SighsMy Dog Sighs’s art is usually known for the figures painted on found material like food cans, symbols of a materialistic society. From these figures emerged the Eyes series: impactful gazes which encourage...

Η Θλίψη Και Η Οργή... (Παραμύθι) Χόρχε Μπουκάι.

Σ΄ ένα μαγεμένο βασίλειο όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν 
ποτέ να φτάσουν, ή ίσως όπου οι άνθρωποι μεταφέρονται 
αδιάκοπα χωρίς να το καταλαβαίνουν … Σ΄ ένα βασίλειο 
μαγεμένο όπου τα αφηρημένα πράγματα γίνονται χειροπιαστά …

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό μια πανέμορφη λίμνη
Ήταν μια λίμνη με νερά κρυστάλλινα και καθαρά όπου 
κολυμπούσαν ψάρια όλων των χρωμάτων, κι όπου 
όλες οι αποχρώσεις του πράσινου λαμπύριζαν διαρκώς…
Σε εκείνη τη μαγική και διάφανη λίμνη έφτασαν η θλίψη 
και η οργή για να κάνουν μπάνιο παρέα.

Κι οι δυο έβγαλαν τα ρούχα τους και, γυμνές, μπήκαν στη 
λίμνη. Η οργή, που βιαζόταν (όπως συμβαίνει πάντα στην 
οργή χωρίς να ξέρει γιατί), έκανε μπάνιο στα γρήγορα, 
κι ακόμα πιο γρήγορα βγήκε από το νερό …

Ο σοφός Ινδός και η φιλαργυρία

Κάποιος σοφός Ινδός πριν πεθάνει είχε συντάξει τη 
διαθήκη του κι ανάμεσα στα άλλα είχε γράψει...

«Έκλεισα όλη μου την περιουσία 
στο μεγάλο χρηματοκιβώτιο του γραφείου μου. 
Όσα περιέχει, 
τα παραχωρώ στον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο της γης».

Μετά το θάνατο του, 
δέκα χιλιάδες άνθρωποι τρέξανε στον δικαστή 
να το βεβαιώσουν πως ήταν οι πιο ευτυχισμένοι της 
γης, και πως έχουν δικαίωμα στο θησαυρό…

Δεν έλειψαν οι φιλονικίες και οι φωνές.
Ο δικαστής για να προλάβει κάτι χειρότερο, 
έσπευσε να δηλώσει πως αυτός ήταν 
ο πιο ευτυχισμένος απ’ όλους, 
κι ο θησαυρός του ανήκει. 

Τρέχει με λαχτάρα, 
ανοίγει το χρηματοκιβώτιο και τι να δει….!

Αντί για θησαυρό μερικά χαλίκια 
τυλιγμένα σ’ ένα σημείωμα που έγραφε..
«Αν ήσουν πραγματικά ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος 
της γης, δε θα είχες ανάγκη από τα χρήματά μου».

Όταν Βρήκε Την Χαρά Του... Παραμύθι.

Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου μακριά, ζούσε ένας άνθρωπος 
πολύ πλούσιος αλλά και πολύ παράξενος στους τρόπους του.
 Είχε μείνει μαγκούφης αφού κανένας δεν του μιλούσε 
εξαιτίας της κακοτροπιάς του. Βέβαια δεν ήταν πάντα έτσι, 
μιας και κάποτε ζούσε με την καλή της καρδίας του. 
Την αγαπούσε περισσότερο και απ τον ίδιο του τον εαυτό 
αλλά δυστυχώς αυτή αρρώστησε και άφησε τον κόσμο αυτό. 
Από τότε, είχε μείνει μόνος του και δεν ήθελε κανέναν, ούτε 
αγάπησε ξανά. Μόνο με την καρδιά του συζητούσε καμιά φορά 
τα βράδια. Το σπίτι του ήταν μεγάλο, πριν χρόνια ήταν 
πολύ όμορφο, αλλά πλέον είχε το κακό του το χάλι αφού 
ο μαγκούφης το είχε παραμελήσει με αποτέλεσμα να μαυρίζει 
και να μουχλιάζει, μέρα με την μέρα όλο και περισσότερο.

Τα παράθυρα τα είχε πάντα κλειστά και τις βαριές κουρτίνες 
πάντα τραβηγμένες. Ούτε φως έμπαινε ούτε ο καθαρός 
αέρας. Ο κήπος είχε γεμίσει χόρτα και όλων των λογιών 
τα ζιζάνια ενώ το μεγάλο σιντριβάνι στην μέση της αυλής 
που κάποτε χαιρόσουν να το βλέπεις, είχε από καιρό 
σταματήσει να βγάζει νεράκι. Όλο το σπίτι ήταν μέσα 
κι έξω παραμελημένο και βρόμικο πολύ, αλλά τον μαγκούφη 
δεν τον ένοιαζε. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν δεχόταν επισκέψεις 
από κανέναν μιας και έτσι προτιμούσε.