Το χάραμα δεν έχει τραύματα και ουλές δεν έχει μνήμη... (Τόλης Νικηφόρου)

«Το χάραμα δεν έχει τραύματα και ουλές
δεν έχει μνήμη
δεν έλαμψε ποτέ πάνω από δάκρυα και χαμό
δεν φώτισε εκτελέσεις
γιαυτό σαν από θαύμα
αστράφτει, και πάλι στην αιώνια εφηβεία του
λέει καλημέρα σας παιδιά
αγγίζει εδώ κι εκεί τα δέντρα
πιάνει κουβέντα με το αδέσποτο σκυλί
το χάραμα δεν έχει μνήμη
έχει μονάχα ένα βαθύ γαλάζιο φως και
το απλώνει χωρίς δισταγμό πάνω στον κόσμο»
(Τόλης Νικηφόρου)

Ξημέρωσε, το φως του ήλιου ανέτειλε... (Αμπού Ναουάς)

Ξημέρωσε, το φως του ήλιου ανέτειλε
Γι’ αυτό διώξε τις έγνοιες και τη θλίψη σου
ήρεμα, αγόγγυστα και χωρίς ίχνος ενοχής.

Σε βεβαιώνω, δεν είμαι από εκείνους
που εγκαταλείπουν την τέρψη,
δεν μεταμελούμαι ποτέ για τη χαρά

(Αμπού Ναουάς)

Το τριαντάφυλλο... Νικηφόρος Βρεττάκος.

Είδα στον ύπνο μου, πως μίκρυνες.
Πως έγινες ένα τριαντάφυλλο κόκκινο,
Φρέσκο, σαν άκοπο. Σ’ είχα
στο χέρι μου, τάχα, και πήγαινα,
πήγαινα –
Πέρασα κι άφησα
δεξιά τον Ταΰγετο. Στάθηκα μόνο,
τον κοίταξα λίγο, ξαναπήρα τον δρόμο μου κι’ όλο
πήγαινα, πήγαινα –
Πού να σε βάλω;
Όλη η γής είναι στήθος μου.

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ... (ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ)

maureen2musings:
“ Isla Blanca pepe_soho
”
Με ρίγος θανάτου σέρνω το κάρο
σε λεωφόρο κεντρική.
Φοβάμαι πολύ –ωιμέ-
μην πέσω κάτω. Κοντεύω γιά τον σταύλο
να ξαποστάσω. Στον παραπέρα δρόμο.
Είμαι στο χώμα, κι άνθρωποι μ’έχουν κυκλώσει –και με σφάζουν.

Τα μάτια μου ήταν ακόμη ανοιχτά
γιά βοήθεια τρέχει ο αμαξάς
και πόρτες ανοίγουνε
και χύνονται έξω οι γειτόνοι με μαχαίρια
κι απ’το κορμί μου κόβουν κρέας κι όλο βρίζουν
και με σχίζανε κομμάτια, κι ας με βλέπαν όλοι ν’ανασαίνω.

Κι όμως όλοι μ’αγαπούσανε πάντα
με φίλευαν ζάχαρη και με χαϊδεύαν
και μου έριχναν στην πλάτη μου ρούχο να φυλάγομαι από τις μύγες.
Πρώτα όλοι φίλοι
και τώρα όλοι τους θηρία.
Ποιος τους είχε κάνει έτσι; Τι να είχαν πάθει κι αγριέψαν;

Κι ενώ ξεψυχώ βλέπω μόνο μαυρίλα
και μια παγωνιά να χτυπάει την γη.
Πώς δεν το βλέπεις εσύ;
Κι έχουν παγώσει πιά οι ανθρώποι
το χέρι ζέστανέ τους• μα βιάσου δεν προφταίνεις.
Γιατί όταν πέσεις και ζητάς βοήθεια θα σε σφάξουν!

(μετ.  Παύλος Μάτεσις)

Μητέρα... "Κορίτσι λυπημένο"..! (Μίλτος Σαχτούρης)

Ces mensonges la laisse songeuse …
«Μητέρα κορίτσι λυπημένο χαρούμενο στον τάφο με το γαλάζιο φόρεμα να πέφτεις, σκύλε μ’ αγκάθια με το γαλάζιο φόρεμα, καθαρό δίχως αίμα δίχως του ήλιου την κακή κραυγή σκύλε με κόκκινα αγκάθια στο μαύρο περιβόλι το νεκρό να πέφτεις μαύρο μάτι της ζυγαριάς, βαριά η ζυγαριά από τη φλόγα κι απ’ το γαλάζιο φόρεμα να πέφτεις»

(Μίλτος Σαχτούρης)

"Φόρεσες την μάσκα της αγάπης και ήρθες μες στην νύχτα να με βρεις" (Νίκος Ορφανίδης)

Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει..! (Σαπφώ)

artofrestraint:
“Carl Friedrich Deckler (1838-1918)
Vestalin mit Efeugirlande (Vestal with Ivy Garland)
”

"Ένας ούριος άνεμος... Πλημμύρισε τον κόσμο των ονείρων μου..!

Ένα αντικείμενο που πάντα με μάγευε... Ήταν η πένα..!

"Δεν υπάρχει πόρτα, μήτε κλειδαριά, ούτε ένα μπουλόνι για να μπορέσετε με αυτά να περιορίσετε την ελευθερία του μυαλού μου"... (Βιρτζίνια Γούλφ)

Ο Θάνατο του Σωκράτη... Απο τον Ζακ-Λουί Νταβίντ..!

Φωτογραφία του χρήστη Χαραλαμπάκης Γιάννης.
Ο Ζακ-Λουί Νταβίντ το 1787 ζωγράφισε τον Θάνατο του Σωκράτη, πίνακα στον οποίο απεικονίζεται ο Σωκράτης πριν πιει το κώνειο, περιτριγυρισμένος από τους δώδεκα μαθητές του. 
Ο Νταβίντ προσπαθεί να πετύχει συσχετισμό με τους δώδεκα μαθητές και το τελευταίο δείπνο του Ιησού Χριστού.

Απ’ τους σταθμούς, καθάρματα ορμίστε κυματοειδές... (Αρθούρ Ρεμπώ)

Παρισινό όργιο... (Αρθούρ Ρεμπώ)

Απ’ τους σταθμούς, καθάρματα ορμίστε κυματοειδές!
Από του ήλιου τις ακτίνες είναι πλυμένη
Η δημοσιά, όπου βάδιζαν των βαρβάρων οι ορδές.
Η πόλη ιερή εδώ μπροστά σας απλωμένη!

Εμπρός! Έσβησε η φωτιά κι δε θα ξανασηκωθεί.
Να των προκυμαίων τα φανάρια, ιδού οι δρόμοι, κι εδώ
Παν’ από σας τ’ ανέφελα ουράνια, εκεί
Προσφάτως σμήνη των βομβών έσερναν το χορό.

Νεκρά και τα παλάτια, και οι οικίες με πόρτες ανοιχτές.
Ο φόβος της ημέρας περασμένης μεταπλάστηκε σε θάρρος.
Ορίστε, εδώ κοπάδι πουτανών που υπόσχονται γιορτές…
Εμπρός! τα πισινά και μπροστινά, ο φάρος!

Ω! σκυλολόι σε εποχή γαυριάσματος με ρούχα κουρέλια!
Η νίκη σας η πύρρειος σας κάνει τέρατα σαρκοβόρα.
Η νύχτα της ακολασίας ήρθε, και οι σπασμοί εντέλεια
Στενεύουν τους οδούς. Καταναλώστε, ήρθε η ώρα!

Να πιείτε! Κι όποτε το φως, σαν γροθιά στο μάτι,
Θα σας ξυπνήσει από του αλκοόλ την μεταλλαγή,
Θα είστε σώμα δίχως πνεύμα απλωμένο στο κρεβάτι.
Δεν πρόκειται να καταλάβετε πως είναι η αυγή. 

Η πρόποση για την βασίλισσα με πλαδαρό της πισινό!
Νύχτα που σκίζει ο βήχας τα σωθικά των κολασμένων,
Και δίπλα χοροπηδάει το συρφετό το καθημερινό:
Λακέδες, κόλακοι, ηλίθιοι, και πλήθος μεθυσμένων.

Ω! ρυπαρές καρδιές! Ω! σιχαμερές γαστέρες!
Πιο δυνατά ρουφήξτε, με το βρομόστομο-οπή!
Για τη γιορτή κακίας, γεμίστε της σαμπανιέρες
Ω! Θριαμβευτές στεφανωμένοι με ντροπή!

Να αναπνέετε τα εξαιρετικά σας αέρια,
Στο δηλητήριο τις άκρες των γλωσσών βουτήξτε!
Παν’ απ’ τα κεφάλια σας, σταυρώνοντας τα χέρια
Ο ποιητής σας λέει: «Παλιάνθρωποι, λυσσάξτε!

Τις χερούκλες σας χώσατε στης Γυναίκας την πληγή,
Με φόβο και λαγνεία έχετε πάνω της σκύψει,
Ενώ εκείνη, κατεχόμενη από την θεϊκή οργή
Εσάς, τα βρωμιάρικα παλιοτόμαρα θα πνίξει.

Παλιάτσοι, άρχοντες, κομπάρσων διάφορων ορδές,
Τι είναι για το Παρίσι-κορασίδα, που δεν σας είχε συνάξει,
Η σάρκα σας, το πνεύμα, το δηλητήριο, και οι κραυγές;
Ως σαπίλα απαίσια, από τον εαυτό της θα αποτινάξει.

Θα πέσετε, απ’ τις φιδότρυπες, θα σας πετάνε κλοτσηδόν, 
Θα ικετεύετε να σας αφήσουν τις συνηθισμένες λιχουδιές.
Θα υψωθεί το στήθος της κόκκινης εταίρας των μαχών,
Και πάνω από σας θα σφίγγονται γροθιές.»

Παρίσι! ποτέ δεν γνώρισες τις ορδές αιμοχαρές,
Μες στην καρδιά σου το μολύβι θαμποφέγγει.
Κείσαι ανάσκελα, κι είναι θλιμμένες κι αυστηρές
Οι κόρες των ματιών σου, όπου η καλοσύνη τρεμοφέγγει.

Ω! πόλη μαρτυρική. Ω! πόλη μισοπεθαμένη.
Όμως το βλέμμα σου στο Μέλλον σ’ έχει οδηγήσει.
Και του Παρελθόν ο σκότος, ω! πόλη ξαπλωμένη,
Από τα βάθη των αιώνων θα σε ευλογήσει!

Η σάρκα σου γεννήθηκε για βάσανα,
Και της ζωής αβάσταχτης οι νόμοι θα ισχύσουν,
Ξανά θα ψηλαφήσουν το κορμί σου κρύα χέρια
Και τα σκουλήκια τα χλομά στο αίμα σου θα διεισδύσουν.

Αυτά τα έρποντα του κακού είναι στην κλίνη επιθανάτια,
Την ανάσα προόδου δε μπορούν να διακόψουν.
Δε θα σβήσουν τα νερά του Στυξ της Καρυάτις τα μάτια,
Εδώ της οικουμένης τ’ άστρα θα προκόψουν.

Πόλη-πληγή τεράστια, δυσώδης,
Μέσα στη Φύση τέτοιο θέαμα, να μη δει κανείς.
Ας είναι φοβερή η όψη σου, αλλά ο ποιητής μανιώδης, 
Θα επαναλαμβάνει: «Είσαι αστέρας αειφανής!»

Εξυψώθηκες από την καταιγίδα στην ποίηση μεγάλη,
Αναβρασμός παθών αδάμαστων σπιθοβολεί,
Βροντά ο θάνατος, αλλά ο θρίαμβος θα έρθει πάλι,
Ω, πόλη εκλεγμένη! ακούς; Η σάλπιγγα καλεί!

Ο Ποιητής σου θα θυμάται όλα: των αθλίων τους λυγμούς,
Το μίσος και των καταδίκων τις κατάρες.
Εδώ τα θηλυκά στου έρωτα ρίχνει τους καημούς,
Σκορπίζει τις στροφές: «Εμπρός! Ληστές και διακονιάρες!»

Έρχεται η τάξη… Ξανασυνδέονται τα νήματα των ροών.
Στους παληοοίκους ανοχής ξανά ο ρόγχος των οργίων,
Και κυριεύει το παραλήρημα των αναπνοών,
Για να ριχτεί στα ύψη μαύρων ουρανών.

Να καθίσω σε μια καρέκλα να ξεκουραστώ... «Είναι όμορφη θεά εδώ και γέρος κουρασμένος σε άλλα μέρη»

Το όνειρο που έπλασα σαν ήμουνα παιδί θέριεψε και ζωντάνεψε μες τη δική σου αγκάλη... (Ρένα Πάλμου Κοκκίνου)

تجاعيد وجوهنا أتت مبكرة .. مع فراق صديق خيبة حبيب خبر حزين تجاعيدنا لم تأتي بسبب طول العمر بل بكثرة الأشتياق والحنين والخيبة
Από την κ. Ρένα Πάλμου Κοκκίνου

Το όνειρο που έπλασα σαν ήμουνα παιδί θέριεψε και ζωντάνεψε μες τη δική σου αγκάλη
ύμνο λατρείας έψελνα και άναβα δαδί  σε σένα που μου χάριζες του έρωτα τα κάλλη
Μες το αλέτρι της ζωής ζευγάρωσες κοντά μου και βόηθαγες και έδινες ότι εγώ και συ Ήσουνα
πάντα αρωγός στη πίκρα στη χαρά μου μα μες τη στεναχώρια μου της λησμονιάς κρασί
Το βάδισμά σου λίκνισμα αιθέρια οπτασία απ τη καρδιά σου ανάβλυζε χείμαρρος καλοσύνης
και βγήκες όπως πλάστηκες τότε στη φαντασία υπόδειγμα σε όλα σου και της αξιοσύνης
Και ω θεσπέσια χαρά μου έδωσες μια μέρα όταν χαράματα πρωί ακούστηκε φωνή
που ήταν σαν να έλεγε έλα εδώ πατέρα να δεις καρπό που έδωσε ο έρωτας γι αυτή

Η νύχτα είναι μεγάλη κι εγώ ψάχνω τα ίχνη σου ...

Η νύχτα είναι μεγάλη κι εγώ ψάχνω τα ίχνη σου ...
Φέξε αγαπη μου να βρώ το δρόμο μου
Γίνε ο φάρος μου μες στο σκοτάδι
Φέξε πιο έντονα κι απ'το φεγγάρι
Να σε εντοπίσω μέσα στο βράδυ.
Βοήθα με...
Μ'ασφάλεια να αρμενίζω στις άπειρες φουρτούνες της ζωής,
έχοντας τα αστερένια μάτια σου παρέα κι οδηγό
δε φοβάμαι τίποτα
αρκεί να λάμπουν για πάντα για μένα .........

Αν μιλούσαν τα φυτά... Η γλώσσα τους θα ήταν η ωραιότερη μελωδία..!

gardenofelegance:
“ “ Garden of Eleganceಌ
” ”
Αν μιλούσαν τα φυτά, η γλώσσα τους θα ήταν η ωραιότερη μελωδία και ο μεγαλύτερος ύμνος προς τον Δημιουργό τους. 
Κάρολος Λινναίος

Η θάλασσα δεν είναι πόθος... Αλλά φόβος του βυθού..!

justbeingnamaste:
““I am not afraid of storms, for I am learning how to sail my ship.”
― Louisa May Alcott
”
“Οι πληγές δεν ανθίζουν πια σε ποιήματα και τραγούδια · κακοφορμίζουν μονάχα.
Η θάλασσα δεν είναι πόθος που πλέει στ’ανοιχτά αλλά φόβος του βυθού.
Τι έγινε η χαρά της ζωής που καταχτούσε την κάθε στιγμή ακόμη κι όταν η μέρα ξημέρωνε δυσοίωνη;
Τώρα πόνος κανένας δε μαστίζει το κορμί αλλά το μέσα το αλυσοδένει ένας νέος παντοδύναμος τύρρανος: ο φόβος.
Ήρθε ο φόβος και σάρωσε όλα τα πάθη.
Κατερίνα Αγγελάκη...

Το αρχαιότερο ερωτικό ποίηµα...

Γαµπρέ, αγαπηµένε της καρδιάς µου, σαν το µέλι γλυκιά είναι η οµορφιά σου.
Λιοντάρι, αγαπηµένο της καρδιάς µου µε µάγεψες.

Άσε µε να σταθώ τρέµοντας, µπροστά σου, να σε αγγίξω µε το χάδι µου.
Το χάδι µου είναι ακριβό, πιο απολαυστικό είναι από την οµορφιά.
Σαν το µέλι µε το γάλα.

Γαµπρέ, πες στη µητέρα µου, θα σου δώσει λιχουδιές.
Στον πατέρα µου, θα σου δώσει δώρα. Τη ψυχή σου να ζωντανέψω, ξέρω.

Γαµπρέ κοιµήσου στο σπίτι µας ως την αυγή, τη καρδιά σου ξέρω πώς να ευχαριστήσω.
Λιοντάρι κοιµήσου στο σπίτι µας ως την αυγή.

Εσύ, επειδή µ’ αγαπάς, κύριέ µου, κύριε προστάτη µου, Σουσίν µου,
εσύ που ευφραίνεις τη καρδιά της Ενλίλ, άγγιξέ µε, µε το χάδι σου.

Χρονολογείται περίπου στο 2037 π.Χ. Θεωρείται, το αρχαιότερο ερωτικό ποίηµα που έχει βρεθεί ποτέ.
Το έργο έχει εκτεθεί ήδη σε διάφορα µουσεία του κόσµου.

Μες στο φτηνό ξενοδοχείο... Και στα σεντόνια των πολλών..!

tx-gentleman:
“- TX|G
”
Μες στο φτηνό ξενοδοχείο και στα σεντόνια των πολλών
μες σε καθρέφτες δίχως μνήμη θα ξεκινήσουμε λοιπόν
γλιστρούν τα όνειρα στον ύπνο όπως τα τρένα στο σταθμό
και στην ανάσα σου γυρεύω κάποιο αρχαίο σκηνικό

Ίσως φταίνε τα φεγγάρια που ‘μαι τόσο μοναχή
νιώθω πως γερνώ τα βράδια και χρωστάω στη ζωή
ίσως φταίνε τα φεγγάρια και πολλοί με λεν τρελή
που όλο ψάχνω στα σκοτάδια μήπως κάτι και συμβεί
ίσως φταίνε τα φεγγάρια ίσως πάλι φταις κι εσύ

(Τάσος Σαμαρτζής)

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί..! (Οδυσσέας Ελύτης)

random-photos-x:
“Kawazu-sakura (Kawazu cherry tree) by kenken_AB. (http://ift.tt/2mhv3XL)
”
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά — κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μες από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουμε

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το «τί» και το «έ»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.

Οδυσσέας Ελύτης

Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι μέσα από τα δάχτυλά μου χωρίς να πιω ούτε μια στάλα. (Γιώργος Σεφέρης)

-«…Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,
δεν έχω άλλη συντροφιά.
Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.»

(Γιώργος Σεφέρης)

Με τα μάτια, μου παίζεις κρυφτό... Θάλασσά μου εσύ και πνοή μου..! (Νίκος Ορφανίδης)

Με τα μάτια, μου παίζεις κρυφτό
της αγάπης ανάβεις τα φώτα
εγώ τρέμω σαν παιδάκι μικρό
της καρδιάς σου να ψάχνω την πόρτα
Κι αν μ' αγαπάς αληθινά 
ένα φιλάκι δως μου
κύμα να γίνω μακρινό
κι εσύ το πέλαγος μου
Της καρδιάς μου, τρελός ο ρυθμός
παίρνει χρώμα ξανά η ζωή μου
της χαράς το κλειδί να κρατώ
θάλασσά μου εσύ και πνοή μου

(Νίκος Ορφανίδης)

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό, στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου... (Νίκος Καββαδίας)

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό, στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου, σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό, που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός, που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο αλειμμένο με κερί, οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι, όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα, άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό, ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ’ αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός, δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ’ τη Σαντορίνη.

Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Σταρτόνι. Το επίχρισμα. 
Η άγια σκουριά που μας γεννά, μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει. 

(Νίκος Καββαδίας)

«Η Κρήτη Αρκάδι γίνεται»... (Χριστ. Σταυρουλάκης)

Αποτέλεσμα εικόνας για Η Κρήτη Αρκάδι γίνεται
«Παιδιά κ? είνια ?ναι η καταχνιά και τούτ? η κατσιφάρα
και γιάιντα φεύγουν τα πουλιά κι αναιριχτούν τα δάσα.
Τα δέντρα εμαραθήκανε κι η γης αναδακρυώνει
σύννεφα μαυροσκότεινα τον ουρανό εσκεπάσα.

– Οι Γερμανοί πλακώσανε κι ουρανοκατεβαίνουν
με μηχανές και με φωθιά την Κρήτη επλημμυρίσαν!
Κρήτη, στα μαύρα θα ντυθείς, στα σίδερα θα πέσεις
πάλι τση Κρήτης τον αητό κρούσταλλα θα σκεπάσουν.
Αντρες, γυναίκες και παιδιά, τση Κρήτης αντρειωμένοι
τη ρήγισσα τση Λευτεριάς θέλουνε να σκλαβώσουν.

Βροντά κι αστράφτ? ο ουρανός κι η θάλασσα φουσκώνει
τα όρη αναταράσσουνται και τα βουνά βρουχούνται.
Κι ο Διγενής σέρνει φωνή από τον Ψηλορείτη:
απού ?χει άρματα ας βαστά κι απού δεν έχει ας βρίστει´.

Και τα φαράγγια αντιλαλούν: ´Χτυπάτε πολεμάρχοι
πιάσετε τ? άρματα παιδιά, πιάσετε τσι μαδάρες
κι ας δουν σε κάθε Κρητικό, σε κάθε γιαταγάνι
πως πιάνει η Κρήτη τ? άρματα, πως ξέρει ν? αποθάνει.

– Κάμετε τόπο Γερμανοί, φυλή καταραμένη,
Η Κρήτη Αρκάδι γίνεται, στα σίδερα δε μπαίνει´».

(Χριστ. Σταυρουλάκης)

Σαρλ Μπωντλαίρ... Άλμπατρος..!

Albatros
Πολλές φορές οι ναυτικοί, την ώρα να περνάνε, πιάνουν τους άλμπατρους -πουλιά της θάλασσας τρανά

που ράθυμα, σα σύντροφοι του ταξιδιού, ακλουθάνε το πλοίο που με στα βάραθρα γλιστράει, τα πικρά.

Μα μόλις σκλαβωμένα κει στη κουπαστή τα δέσουν, οι βασιλιάδες τ᾿ ουρανού, σκυφτοί κι άχαροι πια

τ᾿ άσπρα μεγάλα τους φτερά τ᾿ αφήνουνε να πέσουν, και στα πλευρά τους θλιβερά να σέρνουνται κουπιά.

Αυτοί που ῾ν᾿ τόσον όμορφοι, τα σύννεφα σα σκίζουν, πως είναι τώρα κωμικοί κι άσκημοι και δειλοί!

Άλλοι με πίπες αναφτές τα ράμφη τους κεντρίζουν, κι άλλοι, για να τους μιμηθούν, πηδάνε σα κουτσοί.

Μ᾿ αυτούς τους νεφοπρίγκιπες κι ο Ποιητής πως μοιάζει! δε σκιάζεται τις σαϊτιές, τις θύελλες αψηφά·

μα ξένος μες στον κόσμο αυτό που γύρω του χουγιάζει, σκοντάφτει απ᾿ τα γιγάντιά του φτερά σα περπατά.

Πάμε να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε... (Βύρων Λεοντάρης)

volodiunacapinera:
“♠…Non voglio vedere… voglio solo sentire, percepire. Voglio solo sfiorare, solo immaginare… solo credere di accarezzare. Desidero solo vivere, senza pensare… per qualche secondo… solo volare…
Web
”
“Τόσα φιλιά- μα δίχως χείλη/ τόσες αφές- μα δίχως χέρια
τόσοι φρουροί- μα δίχως πύλη/ τόσες ειδήσεις- δίχως περιστέρια
 τόσοι αγώνες- δίχως μάχη/ τόσες μαγείες- δίχως θάμα.

Κρυφά θα φύγει δίχως να ‘χει/ αφήσει ούτε ένα ίχνος η γενιά μας…
 Έρωτας- δίχως ν’ αγαπάμε./ Ζωή- χωρίς ποτέ να ζούμε.
Έλα λοιπόν κι απόψε, ας πάμε/ να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε.

 Τι μπέρδεμα η ζωή μας, τι ιστορία…/- Σάμπως να υπάρχει πια Ιστορία
δική σου ή άλλη… Τι σκαλίζεις/ τα σπλάχνα του ραδιοφώνου;

 Ήμασταν θάλασσα κι έχουμε γίνει/ σάπια βροχή και τιποτένια.
Ξύσε το λούστρο των νυχιών σου,/ το ρίμελ, το make up και μίλησέ μου.

 -Είμαστε μεσοπόλεμος σου λέω,/ ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε
λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου/ να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…”

(Βύρων Λεοντάρης)