Χρώμα ζωής... Φαιδρα Καψωμενακη.


Πόσα χρώματα μου έταξες ..
Το χρυσαφί από τα στάχυα του 
καλοκαιριού .
Το γαλάζιο από τον απέραντο ουρανό 
των ονείρων μου ..
Το πράσινο του βυθού της θάλασσας 
των ταξιδιών μου .
Το άλυκο από τα ρόδα των κήπων
της γης ...

Χρώματα ...χρώματα 
Και γω να ονειρεύομαι 
το δικό μου ουράνιο τόξο ,
σε μια αγκαλιά ασυννέφιαστη
που καμία καταιγίδα δεν θα του 
έκλεινε τους δρόμους της ελπίδας .

Μια Σύντομη Μετανάστευση...Petrina Marw.

Έφυγα ... για καινούργιους τόπους, περιπέτειες κ ανθρώπους ! 
Θέλω να δω το υπόλοιπο κόσμο πως ζει, πως επιβιώνει, 
πως χαίρεται, πως πονάει. Αυτή την γαλάζια θάλασσα 
του τόπου μου θα διασχίσω να με πάει χωρίς να εισβαλλω 
στου ξένου, του φίλου μου, που μπορει να συνορεύει η πόρτα.

Αν θέλω να τον δω προσωπικά, θα τον καλέσω 
ότι το θέλημα μου είναι να τον επισκεπτώ. 
Αν χαρεί κ με καλώς ορίσει, κ που είσαι θα μου πει ...
στο σπίτι μου θα σε ΦΙΛΟΞΕΝΗΣΩ!

Ησουν Ηρωας... Στέλλα Βρακά

Ήσουν ωραίος, ήσουν γενναίος.
Τώρα σε λέμε: Ήρωα!
Αγάπησες την πατρίδα.
Το Αιγαίο
στον ουρανό του
στην θάλασσά του.

Το μπλε του Αιγαίου
ήταν το χρώμα σου.
Πετούσες για μένα,
για τον πατέρα σου...
για τον αγρότη,
για τον δάσκαλο,
που πλήρωνε απ' την τσέπη του,
τις φωτοτυπίες, όπως είπες.

Σχεδόν.... Θώμη Μπαλτσαβιά.

Υποδαυλίζει μια σχεδόν πίκρα τη φλόγα που τα χρόνια 
δεν κατάφεραν να τη σβήσουν..η ίδια υποδαυλίζεται 
από μια σχεδόν επίγνωση του πόσο μάταιο ήταν να θαρρείς 
πως με είχες ερμητικά κλεισμένη στο χρονοντούλαπό σου.. 
όλα αυτά συμβαίνουν μες τα μάτια σου κι εγώ τα είδα 
κι ας έκανες απέλπιδες προσπάθειες για το αντίθετο..
όλα αυτά λαμβάνουν χώρα στης ψυχής σου τα ταραγμένα 
πελάγη μα εγώ τα ένιωσα γιατί...είμαι εσύ..

Σχεδόν νύχτα και ήδη έλιωνες μέσα μου και κυλούσες 
σαν λάβα θυμωμένη κι αποφασισμένη...σχεδόν καλοκαίρι 
και η κάθε σου αναπνοή ένα σπάραγμα πληγωμένου αετού..
ήδη οι ευχές σου έχουν πραγματοποιηθεί και δεν το ξέρεις...

Στο μυαλό είναι ο στόχος... Κατερίνα Γώγου.

"Καμιά φορά ανοίγει η πόρτα σίγα σιγά και μπαίνεις.
Φοράς άσπρο κάτασπρο κουστούμι και λινά παπούτσια. 
Σκύβεις βάζεις στοργικά στη χούφτα μου
72 φράγκα και φεύγεις.

Έχω μείνει στη θέση που μ’ άφησες
για να με ξαναβρεις.
Όμως πρέπει νά ‘χει περάσει πολύς καιρός
γιατί τα νύχια μου μακρύνανε
κι οι φίλοι (μου) με φοβούνται.

Κάθε μέρα μαγειρεύω πατάτες
έχω χάσει την φαντασία μου
κι όταν ακούω «Κατερίνα» τρομάζω.
Νομίζω πως πρέπει να καταδώσω κάποιον.

Με ρωτάς τι έχω... Ζωή Δικταίου.

Με ρωτάς τι έχω και σου λέω τίποτα
με ρωτάς τι φταίει σ’ απαντώ τα ανείπωτα.
Μου ζητάς να μείνω και ας μη συμβαίνει
να είμαι στην καρδιά σου η φλέβα που σωπαίνει.

Μου μιλάς γι αγάπη μα ό,τι έχω θελήσει
σίγουρα δεν ξέρειςφως, το έχει ντύσει.
Στου καιρού τη σκόνη σε ήρεμη βροχή
να χαθώ φοβάμαι είμαι μοναχή.

Μου ζητάς στη σκέψη να σε συναντήσω
και στης λήθης τ’ άστρα τον καημό ν’ αφήσω.
Με ρωτάς αν ξέρω πως στα δυο σου χέρια
έχεις της αγάπης άλλα περιστέρια.

Υπάρχει μια μέρα ευτυχισμένη... Νικάνορ Πάρα.

Να διασχίσω βάλθηκα αυτό το βράδυ
Τους έρημους δρόμους του μικρού μου χωριού
Με συνοδεία μου τ’ όμορφο σούρουπο
Που ’ναι ο μόνος φίλος που μου απομένει.

Όλα είναι όπως παλιά, το φθινόπωρο
Κι η λάμπα της ομίχλης με το θαμπό της φως
Μόνο που ο χρόνος τα σκέπασε όλα
Με τον ωχρό μανδύα της θλίψης.

Ποτέ δε σκέφτηκα, πιστέψτε με, για μία στιγμή
Να επιστρέψω και να δω ετούτη την αγαπημένη γη
Μα τώρα που επέστρεψα δεν καταλαβαίνω
Πώς μπόρεσα να ξεμακρύνω από την πόρτα της.

Ο Καλύτερός μου φίλος... Γιάννης Χαραλαμπάκης.

Πάλι βράδιασε. Κι αυτό το βράδυ πάλι με σένα θα περάσω.
Πόσες βδομάδες, μέρες, χρόνια έρχεσαι, χωρίς να στο ζητήσω. 
Χωρίς να με ρωτήσεις, να μου τρυπάς αδίσταχτα με τα ίδια 
λόγια κι απαξία το μυαλό. 

Φίλους μου γνώρισα στην ζωή πολλούς. Δεκάδες, εκατοντάδες
θα σου πω.  Με σένα μοναχά δεν το κατάφερα φίλος να γίνω.
Λες και που πέρναγα καλά, κι ευτυχισμένος ήμουνα με ζήλευες.
Και όλο τα ίδια μου 'λεγες. Στο τέλος μόνος μου θα μείνω.

Με έκρινες πάντα, λες κι όλα τα 'ξερες εσύ. Όμως εγώ γνώριζα 
καλά, πόσο δειλό και φοβισμένο ανθρωπάκι ήσουνα, που 
έτρεμε στην ιδέα πως κάποτε κανένας, μαζί του δεν θα 
ασχολείται. Και μάθε πως εγώ, καλύτερα το δίκιο μου γνωρίζω.

Λάσπη χρυσαφιά ηλιοψημένη.(Ωδή πρώτη)... Κυριάκος Κάππα.

-Βήμα το βήμα μετρώ τις στράτες που δεν πρόκαμα να διαβώ. 
Να τις αφήσω να με οδηγήσουν εκεί όπου αυτές τραβάγανε, 
κι είχαν σκοπό να πάνε. Σε τόπους άγνωστους κι αλλιώτικους 
απ’ τον δικό μας. Όπου ο ουρανός είναι χρυσαφένιος κι ο 
ήλιος σφαίρα πυρωμένη. Τα αστέρια ρουμπίνια και ζαφείρια 
σκόρπια εδώ κι εκεί, που λαμπιρίζουν γελαστά χωμένα 
μεσ’ του ουρανού το χρυσαφί. Και τα πουλιά μιλούν 
μ’ ανθρώπινη μηλιά σαν θέλουνε κάτι να πουν το ένα στ’ άλλο. 

Να χορέψω χορό του τόπου εκείνου, που θέλει τα χέρια ψηλά 
να απλώνονται στον ουρανό, και μάτια να κοιτούν το φως του 
ήλιου, και να γυρεύουν με αγωνία να μάθουν που κρύβετε 
ο Θεός. Να πω τραγούδι σε γλώσσα με λόγια που μιλάνε 
μόνο εκεί, και σε ρυθμό βυζαντινό, πλάγιο του δευτέρου. 
Λόγια μακρινά και όμορφα, φερμένα από πολύ παλιά, 
απ’ του Ομήρου τον καιρό. 

Λάσπη χρυσαφιά ηλιοψημένη.(Ωδή δεύτερη )... Κυριάκος Κάππα.

-Γράμμα το γράμμα συλλογιέμαι κάθε λέξη, κάθε φράση 
που δεν ξεστόμισα γιατί δεν σκέφτηκα, δεν μπόρεσα, δεν 
τόλμησα μα ίσως και δεν θέλησα να αρθρώσω. Λόγια που 
νόημα τέτοιο είχαν που ακούγονταν ανερμήνευτα. Κι αυτό 
μπορεί και να μην άρεζε σ’ όλο το πόπολο που θα τα’ άκουγε. 

Και λοιπόν; Μα εγώ κιότεψα μπροστά στα μάτια που 
ζευγαρωμένα με θωρούσαν με βλέμμα γεμάτο οργή 
και νηστικάδα, και χνώτα που βρωμάγανε ξινισμένο τραχανά, 
κι αρρωστημένο βου-βαλίσιο γάλα. Και σώπασα. Φέρνω 
στον νου μου κάθε τόσο, κουβέντες που γνώριζα και έκρυβαν 
αλήθειες άγνωστες. Δεν τις μοιράστηκα με άλλον άνθρωπο. 

Λάσπη χρυσαφιά ηλιοψημένη.(Ωδή τρίτη )... Κυριάκος Κάππα.

-Ματιά την ματιά θυμάμαι τα πονεμένα πρόσωπα όλων 
αυτών που ανταμώσαμε κάποια στιγμή, σ’ ένα πελώριο 
παγωμένο πλάτωμα, που μοναχά της φωνής μας η ηχώ 
μας απάνταγε ξανά και ξανά, σαν κάτι ρωτούσαμε 
αναμεταξύ μας. Κι όταν κάποιος που έμοιαζε με ετοιμοθάνατο 
χτικιάρη είπε, που βρισκόμαστε γιατί φοβάμαι, όλοι αρχίσανε 
να γελούν τρανταχτά. 

Ανταμώνω και με την φρίκη την ζωγραφισμένη στα μάτια, 
και την χαραγμένη αγωνία στο πρόσωπο μιας βασανιάρας 
κυράς, που με απελπισιά γύρευε δυο μπουκιές ψωμί, να 
καλμάρει την πείνα των σκελετωμένων παιδιών της, 
που το ζητάγανε κλαίγοντας χωρίς σταματημό. 

Λάσπη χρυσαφιά ηλιοψημένη.(Ωδή τέταρτη )... Κυριάκος Κάππα.

-Κραυγή την κραυγή και στεναγμό προς στεναγμό, 
συνάζω τον ανθρώπινο πόνο που αντίκρισα έρποντας 
ανάμεσα σε ορφανές αγχόνες με κουρασμένους 
κουκουλοφόρους δήμιους, που απελπίζονταν σαν 
σεργιάνιζαν την σειρά που δεν μάζευε. Σε γκιλοτίνες 
με το αίμα να στάζει νωπό από τις κοφτερές λεπίδες τους, 
και να τρέφει ένα μπαξέ με κόκκινες γαρυφαλλιές. 

Κι εγώ να περπατώ προσεχτικάανάμεσα σε ακέφαλα 
κορμιά, και να προσπαθώ να μην πατήσω πάνω 
σε πρόσωπα χαμογελαστά σε κεφάλια που κείτονταν 
μονάχα τους στον βούρκο. Περπατώντας σκυφτός δίπλα 
από κάποιο πεδίο βολής και εκτέλεσης αθώων ενόχων 
παιδιών, γερόντων, ανδρών και γυναικών, όπου η μυρωδιά 
της μπαρούτης, και η κάπνα από τις πυρωμένες ακόμη 
κάνες, δυσκόλευαν την ανάσα. 

Λάσπη χρυσαφιά ηλιοψημένη.(Ωδή Πέμπτη)... Κυριάκος Κάππα.

-Στάλα την στάλα και θρόμβο τον θρόμβο, μετρώ 
τον ιδρώτα τον καυτό που ανακατεμένος με αίμα 
που άχνιζε, σκόνη και βρωμιά, έτρεχε χωρίς λύπηση 
στα πρό-σωπα, στα μάτια και στα χείλη όλων αυτών 
που γυμνοί με τα χέρια σκάβανε την γη, και ψάχνανε 
να βρουν που ήταν θαμμένες οι ελπίδες, τα όνειρα, οι χαρές 
και οι προσδοκίες τους. Κάποιος ασχημομούρης που ‘μοιαζε 
με δαίμονα και του ‘λειπε το ένα μάτι, τους έδερνε με ένα 
βούρδουλα που κράταγε στο χέρι, μ’ όλη του τη δύναμη. 

Και καθώς το καμουτσίκι τους έσκιζε τις σάρκες αυτός φώναζε. 
Ποιο γρήγορα σκουλήκια, ποιο γρήγορα και ποιο βαθειά. 
Κλαίω πολύ σαν θυμάμαι μια μάνα που είχε δέρμα αλλιώτικο 
απ’ το δικό μου, μαύρο, νανούριζε με τραγούδι του τόπου της, 
να κοιμηθεί το βρέφος που σφιχτά κρατούσε αγκαλιά, κι ας 
ήταν πεθαμένο ώρα πολύ, και πάνω του χιλιάδες μύγες είχαν 
βρει καταφύγιο. Μετρώ τα δάκρυα αυτού που προσευχήθηκε 
στην Γεσθημανή για να παρακαλέσει τον Πατέρα του. 

Λάσπη χρυσαφιά ηλιοψημένη.(Ωδή έκτη)... Κυριάκος Κάππα.

-Υπόκλιση την υπόκλιση, έχοντας βγάλει την τραγιάσκα 
που φόραγα, και κρατώ-ντας την τώρα σφιχτά στην δεξιά 
την χούφτα, καταθέτω με ένα στεφάνι που έπλεξα από 
ξεραμένα κλαδιά νάρκισσου χωρίς άνθη και μοσχοβολιά, 
τιμή σέβας και δόξα, σε όλους όσους αποφάσισαν 
να κινήσουν αυτοί πρώτοι να συναντήσουν τον θάνατο, 
και να μην καρτερούνε πότε θα έρθει αυτός να τους βρει. 

Εγώ άλλοτε στα γόνατα πεσμένος, και άλλες φορές πάλι 
μουσκεύοντας την στρωμνή μου με δάκρυα, παρακαλώ 
τον Ύψιστο να αναπαύει τις ψυχές τους. Και ας μην έπλυνε 
κανείς ποτέ τα κορμιά τους με μύρο και υσσώπω. Είτε γιατί 
δεν βρέθηκαν ποτέ αφού τα παράτησαν στο πεδίο της μάχης 

Λάσπη χρυσαφιά ηλιοψημένη... (Ωδή έβδομη)... Κυριάκος Κάππα.

-Εύγε το εύγε συγχαίρω όλους όσους κατάφεραν 
να συναντήσουν τον Θεό. Όπως κι αν 
τον ονομάτισαν, κι όπου κι αν τον συνάντησαν. 
Σαν νερό που ανάβλυσε από μια ραβδιά ενός γέροντα 
σε ένα βράχο, κι έγινε βροχή που γέμισε στέρνες όφκιερες, 
για να πιουν και να ξεδιψάσουν όλα της γης τα πλάσματα. 
Και μετά τρέχοντας μέσα στις κοίτες των ποταμιών, 
δρόσισε όλα τα βοτάνια, τους θάμνους, τις γέρικες μουριές 
και κάθε λογής χορτάρι που ήταν φυτρωμένο στις όχθες του. 

Στο τέλος ξεχύθηκε σε λίμνες, θάλασσες κι ωκεανούς, 
να γίνει δρόμος για καΐκια, βάρκες και βαπόρια, και να θρέψει 
όλα τα ζωντανά που ζουν εκεί μέσα. Σαν λόγια που άκουσαν 
χωρίς να βλέπουν ποιος τα’ λεγε, ένα ζεστό καλοκαιριάτικο 
μεσημέρι, καθώς όργωναν κάτω από τον πυρωμένο ήλιο 
μουσκίδι στον αλμυρό ίδρωτα, ένα άγονο κομμάτι γης. 

Λάσπη χρυσαφιά ηλιοψημένη (Ωδή όγδοη)... Κυριάκος Κάππα.

-Φθόνο τον φθόνο, μάζωξα την ζήλια όλη που έκρυβα χρόνια 
και χρόνια επιδέξια μέσα μου, για όλους όσους είπαν πως 
κατάφεραν να ορίσουν τι είναι η ευτυχία. Ζηλεύω κι αυτούς 
που λένε πως τον ορισμό τούτο αξιώθηκαν να τον κάνουν 
ζωή και μονοπάτι τους, κι επάνω του να πορευτούν. 

Μα πιότερα απ’ όλους ζήλεψα κάποιους που δεν μίλησαν 
ποτέ γι αυτήν. Μοναχά τα πρόσωπά τους λαμποκοπάγανε 
σαν ήλιοι και φως σκορπάγανε σ’ όλο τον κόσμο γύρω τους, 
ενώ τα χείλια τους πάντα χαμογελάγανε. Το ψωμί και το 
κρασί τους πάντα ήταν παραπανίσιο, κι έφτανε για να φιλέψουν 
έναν ξένο μουσαφίρη. Η στρωματσάδα τους χώραγε, 
όσους κι αν θέλανε να κοιμηθούν κοντά τους. 

Λάσπη χρυσαφιά ηλιοψημένη. (Ωδή ένατη)... Κυριάκος Κάππα.

-Και να τώρα μονάχος μου σε βράχο ερημικό κάθομαι επάνω. 
Πολλά είπα απ’ όσα μέσα μου βάσταζα, μα ακόμα ποιο πολλά 
κάπου καλά κρυμμένα τα κρατώ. Μάλλον δεν ήρθε η ώρα 
ακόμη εκείνη, κάποια φωνή απόκοσμη να μου φωνάξει 
όλα να τα ‘ξομολογηθώ. Μα και που τα κρύβω τι ωφελούμαι; 
Αφού εγώ όλα τα κρίματά μου ας είναι και τις προκοπές 
μαζί γνωρίζω. Τι νόημα Άραγε και τι αξία έχει, οι άλλοι 
αν δεν τα ξέρουν; Για τα κακά που έπραξα όσο δυνατά 
στους άλλους και να τα φωνάξω, το κρίμα στον λαιμό μου 
θα ‘ναι πάντα κρεμασμένο.

- Καθώς στην άψυχη την πέτρα επάνω κάθομαι, τα κουρασμένα 
πόδια μου μέσα στης θάλασσας το δροσερό νερό αφήνω, 
πάνω στα χρωματιστά τ’ αμέτρητα να πατούν τα βότσαλα. 
Απέναντι στου μπλε το βάθος, καΐκι σεργιανώ που 
μόλις έλυσε και βιαστικά αμολά, τα δίχτυα του να πάει 
να μαζέψει. Και δίπλα κι άλλο ένα, κι άλλο ένα. 
Κι όλα μαζί παρέα με τα γλαροπούλια, και στον ρυθμό του 
μπάλου που όμορφα αντηχεί μέσα από ραδιόφωνο παλιό, 
χορεύοντας στην συμμετρία πάνω των κυμάτων που 
προσπαθούν επίμονα με τον γιαλό να ανταμώσουν, κι ας είναι 
κόντρα ο καιρός, παράσταση νυχτερινή ετοιμάζονται 
να δώσουν, δίχως αυλαία, ταξιθέτες, θεατές.

Λάσπη χρυσαφιά ηλιοψημένη... Ωδή δέκατη... Κυριάκος Κάππα.

Σκέψη προς σκέψη λογίζομαι, και μπαίνω σ’ αμπέλι 
που τα όριά του εγώ χάραξα κι αρχινώ να τριγάω 
τα κλήματα, που κρέμονται από αυτά τσαμπιά 
στα χρώματα του ασύρτικου και του αγιοργίτικου. 

Μνήμες που δεν προλάβανε ανάμνηση να γίνουνε 
στην θύμηση κάποιου λογισμού που ανταμώσαμε 
πριν λίγο, και θα ήθελε παντοτινά να τον θυμάμαι. 
Ξέντυτος απέναντί μου στέκομαι, για να μην έχω 
αυτά που τώρα με ορμή σαν καταρράκτης 
χύνονται απ’ του μυαλού τα κύτταρα και στης ψυχής 
λιμνάζουνε την κήτη, να τα κρύψω κάπου απόμερα 
σε τσέπη τρύπια κάποιου ρούχου μου παλιού. 

Λάσπη χρυσαφιά ηλιοψημένη. (Ωδή έσχατη)... Κυριάκος Κάππα.

-Βήμα το βήμα μετρώ τις στράτες που δεν πρόκαμα να διαβώ. 
Να τις αφήσω να με οδηγήσουν εκεί όπου αυτές τραβάγανε, 
κι είχαν σκοπό να πάνε. Σε τόπους άγνωστους κι αλλιώτικους 
απ’ τον δικό μας. Εκεί που το σκοτάδι ποτέ βαρύ δεν πέφτει 
στης φύσης τα γεννήματα και στου Θεού τα πλάσματα 
και τις ψυχές, γιατί ποτέ το φως δεν κρύβεται. 

Εκεί όπου τα στόματα γελούνε μοναχά, και ψέματα 
ποτέ δεν λένε. Σε τόπο όπου οι άνθρωποι όλοι το ίδιο 
χρώμα έχουνε χρωματισμένο στο δέρμα τους επάνω. 
Φτάνει για όλους το ψωμί,  κι όλοι από την ίδια στέρνα 
πίνουνε νερό, που πάντοτε γεμάτη είναι. 

Ακούστε... Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι.

Ακούστε!
Αφού κάποιος ανάβει τ’ αστέρια
δε σημαίνει ότι σε κάποιον χρειάζονται;
Δε σημαίνει ότι κάποιος θέλει να υπάρχουν;
Δε σημαίνει ότι αυτές τις φτυσιές
κάποιος τις ονομάζει μαργαριτάρια;

Και, ασθμαίνοντας
στον κουρνιαχτό της μεσημβρινής σκόνης,
ορμάει καταπάνω στο θεό,
φοβάται μπας και είναι αργά,
κλαίει, φιλάει το ροζιασμένο χέρι του,
παρακαλεί –χρειάζεται το δίχως άλλο ένα αστέρι!–
Ορκίζεται πως δε θ’ αντέξει αυτό το άναστρο μαρτύριο!
Κι ύστερα περνάει φουρτουνιασμένος μέσα του
μα ήρεμος στην όψη.

Σε κάποιον λέει:

Αποσύνθεση... Ελεύθερη Ποίηση.

Βαρέθηκα τη μιζέρια σας,  τα άδεια χαμόγελα σας, 
σιχάθηκα τη φιγούρα σας,  τα άρρωστα μυαλά σας.
Κορόιδα, θα πεθάνετε κοιτάζοντας μας να ζούμε και μες 
στην περιφρόνηση αλήθεια τα όνειρα μας θα βγούνε.

Μεθύσατε από το κρασί που μόνο θεοί πίνουν, 
ανόητοι μικροαστοί θεοί θέλουν να γίνουν.
Άρχισε η αποσύνθεση μέσα στα σωθικά σας
και ούτε που προφτάσατε να πείτε στα παιδιά σας 
μη γίνουν σαν και σας.

Αποσύνθεση,  τρέλα, μοναξιά, 
έρημα πλάσματα,  ζωντανά νεκρά.

Ναυαγησα... Νέλλη Κουμεντάκη.

Στο φευγιό της μοναξιάς και στου γιαλού το κύμα, 
μου τραγουδούσε η θάλασσα του έρωτα το ποίημα!
~ ~
Στην ερημιά ναυάγησα τη νύχτα με φεγγάρι, 
και φώτιζε τα σ' αγαπώ στην άμμο σαν λιχνάρι!
~ ~
Μ' έβγαλε εκεί στην αμμουδιά του μελτεμιού το κύμα, 
στου γλάρου το φτερούγισμα να ταξιδεύω πρίμα!
~ ~
Ξεχάστηκα στα κύματα στη μέθη του πελάγου, 
σ' ένα φιλί της θάλασσας σ' μια αγκαλιά του γλάρου!
~ ~
Στο φευγιό της μοναξιάς σαλπάρεις στα φεγγάρια,
στου μελτεμιού τα κύματα ξεχνιέσαι στα κοράλια!
~ ~
Στη δίψα μου νερό θα πιώ αλμύρα της θαλάσσης, 
και στα δυο χείλη σου χυμό γεύση κεράσι!

Τα ματάκια σου... Ελεύθερη ποίηση.

Αυτά που τόσο αγάπησα,ματάκια σου
Να τα ξεχάσω δεν μπορώ
Με καρφώνουν διαρκώς
Στο τότε με γυρίζουν 
Τότε που σε πρωτογνώρισα 
Σκοτάδι γύρο μου παντού
Μα συ έλαμπες κι έδινες χρώμα στη νύχτα μου
Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πρώτο σου χαμόγελο 
Ακόμα το θυμάμαι κι η καρδιά μου φτερουγίζει 
Από την πρώτη φορά σ' αγάπησα 
Κι έκλαψα όταν μου έφυγες 
Μη μου το ξανακάνεις,σε παρακαλώ
Δεν ξέρω πως θα αντιδράσω,τι θα απογίνω
Σ' αγαπάω να το ξέρεις,μη το ξεχάσεις ποτέ
Ακόμα και τώρα που γράφω με καρφώνουν 
αυτά τα ματάκια σου. Και στο τότε με γυρίζουν.