Εμπιστεύσου τα φτερά σου κι απέδρασε από τη φυλακή σου... Ελένη Σαββίδου.

Μας έχουν βάλει να ζούμε σε ένα βάζο και προσπαθούν να μας
πείσουν ότι το καπάκι του… είναι ο ουρανός! 

Έχω μια έντονα χαραγμένη στη μνήμη μου, παιδική ανάμνηση: 
όταν τα καλοκαίρια πήγαινα στη γιαγιά μου, στο χωριό, έπιανα
πεταλούδες και τις έκλεινα σε ένα βάζο, στο οποίο είχα από πριν
ανοίξει τρύπες  (για να διοχετεύεται οξυγόνο) 
κι είχα τοποθετήσει λίγη ζάχαρη για να τρέφεται το έντομο. 

Όταν έπειτα από λίγες ώρες, ξεβίδωνα το καπάκι, προκειμένου
να την ελευθερώσω, η πεταλούδα όλως παραδόξως,
αδυνατούσενα βγει, περιοριζόταν απλά στο να φτερουγίζει. 
Είχε “εθιστεί” στη μικρή φυλακή της και δεν εδύνατο να “δει”
ότι παραπέρα υπήρχε η διέξοδός της. 

Ένας ζωγράφος μπορεί να φτιάξει όπως αυτός νομίζει ένα πρόσωπο ...

brightindie:
“ art.
”

Γιάννης Χαραλαμπάκης.

Ποτέ μια γυναίκα δεν πρέπει να υποτάσσεται σε έναν άντρα...
Αν αυτός ο άντρας είναι έξυπνος θα την βασανίζει..
Αν είναι ηλίθιος θα την εξευτελίζει.

Ένας αλχημιστής... Νιρβάνας, Παύλος.

Ἕνας φτωχὸς διάβολος ἐνεφανίσθη μίαν ἡμέραν εἰς κἄποιο
γραφεῖον κομίζων ὅλα τὰ ρίγη τοῦ χειμῶνος. 
Ἕνα κουρελιασμένο πουκάμισο ἐξετέλει ἐπὶ τῆς θλιβερᾶς
του ὑπάρξεως καθήκοντα γελέκου, σακκακιοῦ 
καὶ παλτοῦ ταὐτοχρόνως.

− Δὲ ζητάω ἐλεημοσύνη, κύριοι. Κανένα παληὸ παλτὸ
ἂν ἔχετε νὰ μὲ οἰκονομήσετε − εἶπε πρὸς τοὺς ἀνθρώπους
τοῦ γραφείου − θὰ κάνετε μεγάλο μυστήριο. 
Βγῆκα ἀπ' τὸ νοσοκομεῖο, δὲν μπορῶ νὰ ἐργασθῶ 
καὶ θὰ ξαναπουντιάσω ἀπ' τὸ κρῦο.

Οἱ ἄνθρωποι τοῦ γραφείου, στοὺς ὁποίους εἶχαν μεταδοθῇ
τὰ ρίγη τοῦ φτωχοῦ διαβόλου, ἐκυττάχθηκαν, μὲ συγκίνησιν,
ἀναζητοῦντες μίαν λύσιν τοῦ τραγικοῦ προβλήματος. 
Ἐπὶ τέλους, κἄποιος ἀπ' αὐτοὺς πρόεβη εἰς τὴν
φιλάνθρωπον χειρονομίαν.

− Πέρασε τὸ μεσημέρι ἀπὸ τὸ σπίτι − εἶπε στὸν τουρτουρίζοντα
ἀλήτην, δίνοντάς του τὴν ὁδὸν καὶ τὸν ἀριθμὸν 
− νὰ σοῦ δώσω ἐγὼ ἕνα παλτό. 
Δὲν τώχω γιὰ πέταμα ἀκόμα, ἀλλὰ σὲ λυπᾶμαι, κακομοίρη.

Ὁ φτωχὸς διάβολος ὑπεδέχθη τὴν χειρονομίαν μὲ εὐχὰς
καὶ εὐλογίας καὶ οἱ συνάδελφοι τοῦ δωρητοῦ δὲν εὕρισκαν
λέξεις νὰ τοῦ ἐκφράσουν τὴν ἐπιδοκιμασίαν των.

Συγχώρα με, αγάπη μου... Τάσος Λειβαδίτης.

Ήξερες να δίνεσαι αγάπη μου…
Δινόσουνα ολάκερηκαι δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν ολάκερη έχεις δοθεί…
Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο αγάπη μου
τότε που μου χαμογελούσες…
Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου είχες πολύ ζήσει 
μέσα στα όνειρα μου αγαπημένη μου…

Μα και τι να πει κανείς… Όταν ο κόσμος είναι 
τόσο φωτεινός και τα μάτια σου τόσο μεγάλα.. 
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου έζησα όλη τη ζωή…
Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα και τότε όλα τα βράδια
κι όλα τα τραγούδια θάναι δικά μας… Θάθελα να φωνάξω 
τ’ονομά σου,αγάπη, μ’ όλη μου τη δύναμη…
Να το φωνάξω τόσο δυνατά που να μην ξανακοιμηθεί 
κανένα όνειρο στον κόσμο, καμιά ελπίδα να μη πεθάνει…

Η Σονάτα Του Σεληνόφωτος... Γιάννης Ρίτσος.

Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' έναν νέο.
Δεν έχουν ανάψει φως.
Απ' τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο.
Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις
ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής.
Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο...

Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.

Άφησέ με να’ρθω μαζί σου.
Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να’ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι άυλη
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις
πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του.
Άφησε με να’ρθω μαζί σου.

Αυλαία... Νέλλη Κουμεντάκη.

Σε χειμώνες
ξεχάστηκες σε
αδιέξοδες σκέψεις,
γιατί τάχα δεν τόλμησες,

την ψυχή ν' ανιχνεύσεις!
Μην αρκείσαι
στα πρέπει θα χαθούν
οι στιγμές, την αλήθεια σου
ψάξε έχει απαντήσεις αν θες!

Γιάννης Χαραλαμπάκης.

Όποιος δεν μπορεί να συγχωρέσει μια γυναίκα...
Δεν θα χαρεί ποτέ τον έρωτα!!!

Χένρυ Μίλλερ.

Εμείς είμαστε χαμένοι στο αγκάλιασμα μας αδιαφορώντας 
για τους πάντες και τα πάντα. 
Κάθομαι δίπλα της κι αυτή μιλάειένας καταιγισμός ομιλίας, 
άγριες, σπαρακτικές νότες υστερίας, διαστροφή λέπρας.
Δεν άκουσα ούτε μία λέξη γιατί είναι όμορφη 
και την αγαπώ και είμαι ευτυχισμένος...

Ο ουρανός... Μίλτος Σαχτούρης.

Πουλιά μαύρες σαΐτες της δύσκολης πίκρας
δεν είν’ εύκολο πράμα ν’ αγαπήσετε τον ουρανό
πολύ μάθατε να λέτε πως είναι γαλάζιος
ξέρετε τις σπηλιές του το δάσος τους βράχους του;
έτσι καθώς περνάτε φτερωτές σφυρίχτρεςξεσκίζετε τη σάρκα σας πάνω στα τζάμια τουκολλούν τα πούπουλά σας στην καρδιά του
Και σαν έρχεται η νύχτα με φόβο απ’ τα δέντρακοιτάτε τ’ άσπρο μαντίλι το φεγγάρι τουτη γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά τουτο στόμα της γριάς με τα σάπια τα δόντια τουτ’ άστρα με τα σπαθιά και με τους χρυσούς σπάγγουςτην αστραπή τον κεραυνό τη βροχή τουτη μακριά ηδονή του γαλαξία του

Γιάννης Χαραλαμπάκης.

Με την αγάπη, ο καιρός κυλάει,
σαν το νερό στον χείμαρρο.
Με τον καιρό, η αγάπη φεύγει,
σαν το νερό στ' αυλάκι.

Συμπέρασμα... Μίλτος Σαχτούρης

Ἡ γάτα ἦρθε σὰ φωνὴ ἀπὸ ἕναν ὁρίζοντα φοβισμένο
ἔβρεχε καὶ πρησμένα ὄνειρα βογγοῦσαν ὀληνύχτα
τὸ πρωὶ ὁ ἄνθρωπος πλύθηκε καὶ ξυρίστηκε
ὅπως πάντα
καὶ γύρω του χτυποῦσαν τὰ σφυριὰ ὅπως πάντα
στὸ δρόμο καθὼς ἔβγαινε ἀπάντησε μίαν ἁγία
ντυμένη στὰ βυσσινιὰ
εἶχε πεθάνει πάνω στὸν τροχὸ πρὶν ἀπὸ
ἑκατοντάδες χρόνια
ὁ γαλατᾶς τὸν εἶδε καὶ τὸν χαιρέτησε
ἔπειτα τὸν χαιρέτησε ὁ ταχυδρόμος
κι ὕστερα τί ν᾿ ἀπόγινε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος
τὰ ροῦχα του κυκλοφόρησαν σ᾿ ἐφημερίδες
τὸ ἕνα του μάτι τὸ κρατοῦσε κι ἔπαιζε
ἕνα μικρὸ κορίτσι
μαῦρα αὐτοκίνητα μεταφέραν τὰ κομμένα
μέλη του
καὶ ἡ καρδιά του ἀερόστατο γελοῦσε στὸ κενό

Τα αντικλείδια... Γιώργης Παυλόπουλος.

«Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.

Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.

Γιάννης Χαραλαμπάκης.

Όταν γεράσεις και δεν είσαι νηστικός... 
Σου αρέσει να βλέπεις τους άλλους να τρώνε.

Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον

Το κρασί είναι εμφιαλωμένη ποίηση.

"Η πόρτα του παράδεισου είναι καλά κλεισμένη... Κανείς μας δεν μπορεί να μπει, κανένας πια δεν βγαίνει"..!

Quando muoio, spero di andare in Paradiso, ovunque diavolo sia.
********
- Ayn Rand
Ph. Royalty free

Προφητεία... Γουίλλιαμ Στάνλεϋ Μέργουιν

Στο τέλος της χρονιάς τ’ αστέρια σβήνουν
Ο άνεμος σταματά ν’ ανασαίνει κι η Σίβυλλα τραγουδά
Πρώτα τραγουδά για τη σκοτεινιά που μπορεί να δει
Τραγουδά μέχρις ότου να φτάσει στην εποχή
Δίχως χρόνο και το σκοτάδι που δεν μπορεί να δει

Κανείς δεν ακούει τότε καθώς συνεχίζει το τραγούδι
Για όλες τις λευκές μέρες που μας δόθηκαν
Μία προς μία κι έγιναν χρώματα γύρω μας

Ένα φως που έρχεται στο μάτι απ’ έξω μακριά
Όπου αρχίζει προτού μπορέσει να το δει
Καίγεται μες απ’ τις λέξεις που κανείς δεν έχει πιστέψει

Ανκ Σου Νάμουν...

3.000 π.Χ., Αίγυπτος. 
Ο ανώτατος ιερέας   Ιμχοτέπ διαπράττει το μοιραίο σφάλμα: 
ερωτεύεται την Ανκ Σου Νάμουν, επίσημη ερωμένη
του Φαραώ Σέτι

Τυφλωμένος από τη ζήλια και τον παράφορο έρωτα,
ο Ιμχοτέπ δεν διστάζει να δολοφονήσει τον Σέτι. 
Το αίμα όμως πρέπει να ξεπλυθεί και ο
εγκληματίας να πληρώσει. 

Ο Ιμχοτέπ καταδικάζεται να μουμιοποιηθεί
και να θαφτεί ζωντανός! 
Και ίσως αυτή η «φυλακή» να έμενε σφραγισμένη
για πάντα εάν, αρκετούς αιώνες αργότερα,
δεν την παραβίαζαν άθελά τους 
ο αμερικανός τυχοδιώκτης Ρικ Ο’ Κόνελ
και η αρχαιολόγος Έβελιν Κάρναχαν

Το σατανικό πνεύμα του Ιμχοτέπ απελευθερώνεται
και μαζί η οργή του και ο πόθος του για εκδίκηση. 

Μάγισσες... (Νίκος Ορφανίδης)

goddesswithinyou:
“yugirinomiko:
“ { 卜. } A s h r a { 器具 } G o y o p o d { 器具 } A C h i l d C a n P l a y { 器具 }
卜 B O K U •,—
”
Gotta have the headphones on for this one!
”
Στης μοναξιάς το καλντερίμι
και μες στην λίμνη της σιωπής
ψυχορραγώ μικρό μ' αγρίμι
κι ο έρωτας σου το κλειδί.

Μάγισσες μου κλέψανε την μέρα
και σαν στοιχειό να τριγυρνώ
να έχω στα στήθια μου την σφαίρα
και της αγάπης μου την βέρα
να ψάχνω νύχτες να την βρω

Στο μαυσωλείο της αγάπης
χρόνια να λιώνουν σαν κερί
νύχτες να ζω στην αυταπάτη
σαν θεατρίνα στην σκηνή

Το Σκάκι... Μανόλης Αναγνωστάκης.

Ἔλα νὰ παίξουμε… Θὰ σοῦ χαρίσω τὴ βασίλισσά μου
Ἦταν γιὰ μένα μιὰ φορὰ ἡ ἀγαπημένη
Τώρα δὲν ἔχω πιὰ ἀγαπημένη

Θὰ σοῦ χαρίσω τοὺς πύργους μου
Τώρα πιὰ δὲν πυροβολῶ τοὺς φίλους μου
Ἔχουν πεθάνει ἀπὸ καιρὸ πρὶν ἀπὸ μένα

Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω

Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει δρασκελώντας
τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη γελώντας μπρὸς
στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας  τὶς στέρεες παρατάξεις 

Ἄσ᾿ τὴ βάρκα...... Κωνσταντῖνος Χατζόπουλος)

Ἄσ᾿ τὴ βάρκα στὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ τρέχει,
ἂς ὁρίζει τ᾿ ἀγέρι, τιμόνι-πανί,
τὰ φτερὰ ἅπλωσε πλέρια, ἄκρη ὁ κόσμος δὲν ἔχει,
εἶναι πι᾿ ὄμορφοι οἱ ἄγνωστοι πάντα γιαλοί,
ἡ ζωὴ μία δροσιὰ εἶναι, ἕνα κῦμα, ἂς τὸ φέρει
ὅπου θέλει τ᾿ ἀγέρι, ὅπου ξέρει τ᾿ ἀγέρι.

Ἂς ἀλλάζουν λιβάδια μὲ βράχους καὶ δάση,
γύρω ἂς φεύγουν ποῦ πύργοι, ποῦ καλύβας καπνός,
εἴτ᾿ εἰδύλλιο γελούμενο ἀπλώνετ᾿ ἡ πλάση,
εἶτ᾿ ἀντάρτες καὶ μπόρες σου κρεμᾷ ὁ οὐρανός,
μὴ θαρρεῖς τὸ πανί σου μπορεῖς νὰ βαστάξεις,
ὅπου θέλει τὸ κῦμα μαζί του θ᾿ ἀράξεις.

Γιάννης Χαραλαμπάκης.

Ακούμπησε την ψυχή της γυναίκας,
όπως ο αρπιστής την άρπα του.
Μόνο τότε θα βγάλει, 
τον βαθιά κρυμμένο έρωτά της!

Ο Φίλος Μου Ο Νταρτανάν... Γιάννης Χαραλαμπάκης.

Ήταν Μάιος ξημέρωμα Κυριακής. Καθώς έμπαινα στο σπίτι μου,
στο απέναντι πεζοδρόμιο σε ένα χάλασμα της μάντρας είδα έναν
αδυνατισμένο σκύλο να με κοιτάζει επίμονα
Ήταν ένας αλητάκος του δρόμου, χρώμα καφέ με μαύρο που από
την λάσπη και την πίσσα έχει γίνει λίγο γκρίζος.
Τον κοίταξα και αμέσως μου γρύλισε σαν να με χαιρετούσε.
Τον χαιρέτησα και εγώ κλείνοντας του το μάτι και και αυτός μου
κούνησε την ουρά και μου γάβγισε σηκώνοντας το κεφάλι ψηλά.
Μπήκα σπίτι βιαστικά γιατί είχα βγει από νωρίς και πεινούσα σαν
λύκος, έβαλα στα γρήγορα κάτι να φάω και να ξαπλώσω.

Εκεί που έτρωγα, στο μυαλό μου ήρθε αυτός ο αλητάκος που
λίγο πριν είχα συναντήσει. 
Θα είναι νηστικός σκέφτηκα, γύρευε από πότε έχει να φάει.
Άνοιξα το ψυγείοπήρα ότι βρήκα πιο εύκολα και κατέβηκα κάτω
να του τα δώσω.
Τον βρήκα εκεί όρθιο να με περιμένει, λες και ήξερε ότι θα πάω.
Ακούμπησα το χαρτί με ότι είχα μαζέψει μπροστά του και άρχισε
με λαιμαργία να τρώει.
Δεν περίμενα να σηκώσει το κεφάλι του μέχρι να τα φάει όλα.
Ήταν πολύ πεινασμένος και το έδειχνε.
Μετά από τρεις χαψιές σήκωσε τα μάτια του και με κοίταξε.
Με ευχαρίστησε κάνοντας κάτι σαν μουρμούρισμα και συνέχισε
να τρώει έως να τελειώσει και το τελευταίο κομμάτι.

Eχει Γίνει Ένας Φοβερός Εθισμός... Μάρω Πετρίνα.

Δεν διατίθεται αυτόματο εναλλακτικό κείμενο.
Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ
Δεν μπορώ να αμυνθώ
Μου έχει κατακτήσει, κλέψει την ζωή μου ...
Έκανα ένα τεράστιο λάθος όταν έκανα την επιλογή 
να το δοκιμάσω. Δεν μου φταίει άλλος κανείς ...
Παίρνω όλη την ευθύνη στους ώμους μου ...
Πήρα άλλους στο λαιμό μου
Δεν μπορώ να το σταματήσω
Μου έχει γίνει εμμονή ιδέα ...
Το πρώτο πράγμα από το πρωί ώσπου να κοιμηθώ ...
Τις πρωινές ώρες της επόμενης μέρας ...
Έχω χάσει τον ύπνο μου, τον τρόπο που θα έπρεπε 
να λειτουργήσω ως κανονικώς άνθρωπος ..

Η φωτογραφία έχει να κάνει με το πώς φαίνεται αυτό που φωτογραφίζεται..!

Χρονοκύκλωμα... (Κλείτος Κύρου)

taramysweetlove:
“ the-shed-au:
“ quellostrano1980:
“Solo tempo, è solo questione di veder muovere quelle dannate lancette. Poi si fermerà il tempo…
@quellostrano1980
”
Exactly how it works! Use it wisely.
” ”
Τη μέρα που ανακαλύφτηκε ο χρόνος οι άνθρωποι
κούρδισαν τα ρολόγια κι άρχισαν να τον κυνηγούν.
Κι αποτιμήθηκε σε ψήγματα καταστροφής κι απόχτησε αξία
μυθικών πτηνών και χάθηκε απ’ τον κόσμο η άνεση κι ο 
δισταγμός και κανένας δεν εξουσίαζε το προσκεφάλι του
και δεν υπήρχε έστω και λίγος χρόνος για χαρά ή για λύπηση.
Μόνο σαν τροχοπεδούσε ο Μέγας Χρονοκράτορας έτρεχες 
να φωλιάσεις στη μασχάλη του να κλείσεις τα μάτια 
και να μεταμφιεστείς

Η Αγριοτριανταφυλλιά, ο Έρωτας και η Τρέλα... (Παραμύθι).

Μια μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος τής Γης όλα τα 
συναισθήματα και όλες οι αξίες τού ανθρώπου. 
Η Τρέλα αφού συστήθηκε τρεις φορές στην Ανία τής πρότεινε 
να παίξουν κρυφτό. Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και 
περίμενε να ακούσει, ενώ η Περιέργεια χωρίς να μπορεί 
να κρατηθεί ρώτησε:

«Τι είναι το κρυφτό;»
Ο Ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία 
και η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει 
να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια -την οποία δεν την 
ενδιέφερε ποτέ τίποτε- να παίξουν κι αυτοί.

Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν: 
Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως 
κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το 
παιχνίδι χαζό και η Δειλία δεν ήθελε να ρισκάρει.

«Ένα, δύο, τρία», άρχισε να μετράει η Τρέλα.
Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπελιά. Μιας και βαριόταν 
κρύφτηκε στον πρώτο βράχο που συνάντησε. Η Πίστη πέταξε 
στους ουρανούς και η Ζήλια κρύφτηκε στη σκιά τού Θριάμβου, 
ο οποίος με τη δύναμή του κατάφερε να σκαρφαλώσει 
στο πιο ψηλό δέντρο.

Η Γενναιοδωρία δεν μπορούσε να κρυφτεί, γιατί κάθε μέρος 
που έβρισκε της φαινόταν υπέροχο μέρος για να κρυφτεί 
κάποιος άλλος φίλος της, οπότε το άφηνε ελεύθερο. 
Και έτσι η Γενναιοδωρία κρύφτηκε σε μια ηλιαχτίδα. 
Ο Εγωισμός αντιθέτως βρήκε αμέσως κρυψώνα ένα καλά 
κρυμμένο και βολικό μέρος μόνο γι’ αυτόν. Το Ψέμα πήγε 
και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού. Το Πάθος και ο Πόθος 
κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο. Ο Έρωτας δεν είχε 
βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες 
πιασμένες, ώσπου βρήκε μια φουντωτή 
αγριοτριανταφυλλιά και κρύφτηκε εκεί.

Η ομορφιά είναι πώς αισθάνεσαι μέσα σου... Και αυτό καθρεφτίζεται στα μάτια σου... Δεν είναι κάτι σωματικό..! (Sophia Loren).

gardenofelegance:
“ Garden of Eleganceಌ
”

Έβγαλα τη μάσκα... Φερνάντο Πεσσόα.

“Έβγαλα τη μάσκα και στον καθρέφτη κοιτάχτηκα.
Είδα το παιδί που ήμουν εδώ και πολύ καιρό
Αυτό είναι το πλεονέκτημα
το να ξέρεις τη μάσκα να βγάζεις.

Είμαστε πάντα παιδιά,
το παρελθόν που ήταν το παιδί αυτό.
Είναι καλύτερα έτσι/ έτσι χωρίς μάσκα.

Γυρίζω πίσω στην προσωπικότητά μου,
όπως στης γραμμής το τέλος.”